Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

ΑΛΛΑΓΗ ΦΥΛΟΥ



ΑΡΗΣ ΣΤΟΥΓΙΑΝΝΙΔΗΣ
Αλλαγή φύλου
ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ Ή ΓΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ













ΑΕΝΑΟΝ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕΝΑΩΣ ΕΝΗΜΕΡΟΥΜΕΝΕΣ



29 Δεκεμβρίου 2015



Εισαγωγή



Στις μερες μας η αλλαγη φύλου εχει γινει πραγματικοτητα. Καποτε ηταν μονον στα χαρτια : Οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασιν ἡμῖν γυναῖκες, αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες. («οι άντρες μου έγιναν γυναίκες και οι γυναίκες άντρες») την είπε ο Ξέρξης για την Αρτεμισία όταν, κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, την είδε από το λόφο τού Αιγάλεω να βυθίζει ένα πλοίο (που νόμιζε πως ήταν) ελληνικό, ενώ τα κυβερνημένα από άντρες κυβερνήτες πλοία τού στόλου του σκόρπιζαν μέσα σε πανικό.  
Μα δεν συμβαινει μονο στους ανθρωπους η αλλαγη φυλου αλλά και στις λέξεις στα ονόματα και τα επίθετα. Αφηνουμε τις ανθρωπινες αλλαγες φυλλου στους πλαστικους χειρουργούς, τους τρανσεξουαλ                 και λοιοπους και κοιτάμε της αλλαγες του φυλου των λεξεων.

Έχουν οι λέξεις φύλο;

                Εχουν αλλά δεν το λένε. Το φύλο των λέξεων το λεμε γένος.

Τα γενη των ουσιαστικων

Πχ. η βαρκα ειναι ουσιαστικό γένους θηλυκου,  ο οπλιτης είναι ουσιαστικό γένους αρσενικου, το τραπεζι είναι ουσιαστικό γένους ουδετέρου.
Σε πολλά ιδιώματα που χρησιμοποιείς λέξεις της αρχαίας το γένος αλλάζει αυθαίρετα η με επίδραση άλλων πτώσεων
Πχ. τω παιδί (δοτ) > το παιδί(ονομαστικη)
Πχ. η πλαξ > την πλακα > η πλακα
Η αρκτος , ο αρκος

Από το γένος των ουσιαστικων εξαρταται και το γένος άλλων παρακολουθηματων όπως το αρθρο,το επίθετο και η μετοχη.

Το άρθρο

Διαμορφώνεται αναλογα με το γένος του ουσιαστικου που αφορα και την κλιση και τον αριθμο. Ο ανδρας , η γυναικα, το παιδι.
Στα Λαρισαιικα υπαρχουν παρεκκλίσεις: Η Μήτρους (αρσενικο) και σε άλλα ιδιώματα δημιουργειται νεα μορφη αρθρου «ου» πχ. ου Μητρους.

Στις κλισεις λιγο-πολύ ολοι χρησιμοποιουν  :
Για το αρσενικο Ενικ=ο, του, τω, τον, ω ,πληθ= οι , των, τοις, τους, ω
Για το Θηλυκο   η, της ,τη, την, ω ,αι, των, ταις ,τας, ω
Για το ουδετερο το, του ,τω, το, ω, τα των, τοις, τα, ω
Το ω δεν είναι άρθρο αλλά επιφώνημα.

Στη δημοτικη καταργηθηκε η δοτικη (Δεν λέμε πια Εν Αθήναις τῇ )
και ο δυικος αριθμος     (πχ. εβουλετο τω παίδε αμφοτέρω παρειναι, δηλ. και τα δυο του τα παιδιά)

Στο ποντικό ιδίωμα τα αρθρα δεν συμφωνουν παντοτε με το γένος του ουσιαστικου.Πχ. Επάτναγαν τα εκκλησίας και επαίρναν τα εικονας.
Στο κυπριακό ιδίωμα το άρθρο της γενικής του πληθυντικού για τα θηλυκά γίνεται ταις αντί του αρχαίου τας και του νέο ελληνικού τις.
Πχ. Νάχα ταις ομορφιές σου, Νάχα και ταις φωνάες σου και ταις παρπατησιες σου.

το επίθετο

Επειδή τα επίθετα προσδιορίζουν ουσιαστικά μπορεί να έχουν περισσότερα γένη και ανάλογες καταλήξεις.       
Το επίθετο είναι ερμαφρόδιτο προσαρμόζει το γένος ανάλογα με το ουσιαστικό. Πχ. ο κάλος άνθρωπος, η κακή γυναίκα, το καλό παιδί.

Η ποντική διάλεκτος δεν σέβεται αυτό τον κανόνα:
Πχ.
Έμορφος είσαι κορτσοπον,
την μαχαλά σ’ τιμασαι
Αλλ οσον αγαπώ σ΄εγω
η μανά σ΄κ΄ αγαπά σε

Επειδή το αρχικό αρχαίο ελληνικό επίθετο εὔμορφος, -ον (μορφή), αυτός που έχει ωραία μορφή, κομψός, χαριτωμένος, όμορφος, εμφανίσιμος, είναι τριγενές και δικατάληκτο.

Στην ποντική διαλεκτό το επίθετο δεν συμφωνεί ως προς τον αριθμό.
Πχ. Πολλά εξυπνέσσα.
Οι κύπριοι προτιμούν να μετατρέψουν το ρήμα σε ουσιαστικό για χα χρησιμοποιήσουν  επίθετο αντί επιρρήματος.
Πχ. ευχαριστώ πολλά αντί ευχαριστώ πολύ. Κατανοητό αν διαβαστεί:  πολλά «ευχαριστώ»

Υποκορισμός = Εξουδετέρωση

Ο υποκορισμός είναι δημιουργία μιας λέξης με υποκοριστική σημασία. (απ’οπου το υποκοριστικό) σημαίνει την μετατροπή μιας λέξης ώστε να εκφράζει μια σμίκρυνση συνήθως με χροιά χαϊδευτική ή ειρωνική (γατάκι, παιδαρέλι) και σπανιότερα την έννοια του περίπου (θα έρθω το βραδάκι), μια ευγενικότερη παράκληση (κάνε μου ένα καφεδάκι)

ο υποκορισμός γίνεται με την προσθήκη  Yυποκοριστικών  καταλήξεων. Yυποκοριστικά ρήματα
πχ.  ως ουσιαστικό το παιδί  έχει ως  υποκοριστικό, λέξη παιδάκι  υποκοριστική σημασία.
Υπάρχει πληθώρα υποκοριστικών καταλήξεων : -ακι, -ελι, -ουλα, -ιτσα
Μετά τον υποκορισμό με χρήση των καταλήξεων –και και –ελι τα ουσιαστικά γίνονται   ουδέτερα.
Ο άντρας  > το αντράκι
Η κοπέλα > το κοπελι
Εξαίρεση αγόρι > αγορίνα (τρυφερά από μητέρες επειδή τα κορίτσια είναι πιο δεκτικά σε τρυφερότητες).

Στα δε κυρία ονόματα ιδίως στην Κρήτη οι εις –και υποκορισμοί είναι συνηθέστατοι πχ ο Ιωσήφ κοινώς  Σηφης μεγεθύνεται σε   Σφάκας αποκομίζεται  Σηφακακι . Κατόπιν το ουδέτερο γίνεται επώνυμο και ανδρώνεται Σηφακακης! Γι αυτό πολλοί κρητικοί γράφουν το επώνυμο τους με κατάληξη –ακις και όχι –ακης. Πχ. Ζουριδάκις. Χατζηδάκις.
Η κατάληξη –ελι συνηθίζεται στη Λέσβο μωρό > μωρουδέλι  , καμπάνα > καμπανἐλι> επων. Ιάκωβος Καμπανέλης .
Η αλεπού > το αλεπουδέλι > ο Αλεπουδέλης   επωνυμο του Οδυσσεα Ελύτη.

Η ποντική διάλεκτος χρησιμοποιει συχνα το επιθημα –οπον για υποκορισμό και καταταντα παντα ουδετερο κορτσοπον, δρεπανοπον, γεφυροπον κα
Πχ.
Σένα γεφυροπον
Εμορφον κορτσοπον
Με το φουστανοπον
Το κοντον

Σον Αη-Ηλιά εδα κιεφκα
Θεριζ’ τ’εμον  τ’αρνοπον[1]
Και ντ’ εμορφα και νοστιμα
Κρατει το δρεπανοπον.

Συνάντησα στις «Παραδόσεις» του Ν. Πολίτη , Τομ. Β. σελ. 75 Παράδοση Νο 630 της Καλαμάτας, την λέξη «η κορίτσα» αντί του κορίτσι και είναι πολυ ομορφη και λογικη η κορη > η κοριτσα όπως η κορη > η κορουλα. 

Αττικοληκτα στην Δημιουργία κύριων ονομάτων

Η Κλειώ, η Ερατώ, η Μορμω, η βληχώ,  και άλλα  επέδρασαν πάνω σε πολλά κυρία ο ονόματα και τα εξουδετέρωσαν πχ. η Δέσποινα > η Δεσποινιώ > το Δεσποινιό, ή Μαρια > η Μάρω > η  Μαριώ [2]    το Μαριό, Μαρἀκι.

Συγκοπή

Στις Κυκλαδες δημιουργουνται  ουδέτερα ανδρικων κυριων ονοματων με συγκοπη της κατάληξης τους
Ο Αντωνης το Αντω
Ο Κωστας το Κω

Το συνηθειο αυτό απαντα στα Ιταλικα ιδιως στη διαλεκτο της Ναπολης και ως φαινεται κληρονομηθηκε επι ενετοκρατιας.

Η υποκοριστικη καταληξη -ουλα

Είναι λατινικη. Όταν λατινικες λέξεις περασαν, μεσω Βυζαντιου, στα ελληνικα περασαν και οι υποκοριστικες τους .
Σπαθη > spatha > spatula = σπατουλα
Σακκος > sacco  > saccula  = σακούλα
Caliga > Caligula > Ο Καλιγούλας
Canna > cannula > 
Cervus > cervula

Την βαλαμε ως υποκοριστικη κατάληξη σε παμπολλα Κυρια γυναικεια ονομαρα ονόματα Βουλα, Σουλα, Τουλα, Ρουλα, Κουλα, Λουλα, Νουλα, Φουλα συγκοπτοντας τα αντιστοιχα Παρασκε-Βουλα, Σπυριδουλα, Δημη-Τρουλα, Σταυ-Ρουλα, Βασιλι-Κουλα, Κα-Λουλα, Ελεν--Νουλα, Σο-Φουλα

-ινα

Κατά κανονα θηλυκη υποκοριστικη καταληξη στα λατινικα δειχαν προελευση
Μαρε μαρινα
Caro carina
Collo collina
Cors cortis > cortina
Doctor doctrina
Δινεται στα υποκοριστικα θηλυκων κυριων ονοματων. Ματινα, Κατινα, Μαρινα, κλπ



Μητρωνυμικα       

Αλλάζει το γένος στα αρσενικα μητρωνυμικα επωνυμα και συνηθως συνοδευεται και από μεταβολη του τονισμου και παρομοια τερτιπια. Έτσι δεν δειχνει πως εχει το ονομα της μητερας του για να μην φανει ως «αγνωστου πατρος».

Πχ
Ο Μαργαρίτης αντί ο της Μαργαριτας  (ο  γιος της Μαργαρίτας)
Ορφάνης ἤ Αρφάνης αντί Ορφανής (ο γιος της ορφανής)

Ο Κακιάς  (γιος της κακιας)
Ο Μαμής 
Ο Καλογρίτσας
Ο Κυρατσούς (της Κυρατσους, η Κυρατσω)

Το «αγνωστου πατρος» δεν σημαινει αναγκαστικα μπασταρδος. Ο πατερας δεν είναι γνωστός γιατι είναι ναυτικος και λειπει πολύ. Ελαχιστοι τον ξερουν ώστε να τον συνδεσουν με τα παιδια του. Ο Νικος ο Δημητριου (δηλαδη ο γιος του Δημητρη) πχ δεν λεει τιποτε στο χωριο αν ο Δημητρης είναι ναυτικος και λειπει συνεχως. Αν την μανα του γιου τη λενε Ιωαννα τον λενε ο Νικος [ο] της Γιαννουλας και μετα Νικος ο Γιαννούλας.
Τετοια φαινομενα απαντουν συχνοτερα στα νησια οπου οι πατεραδες είναι ναυτικοι και αποντες επι μακρον ἤ για παντα, συχνα γαρ τα ναυαγια.

Οι αρχαιοι εβαζαν μετα από το κυριο όνομα τους το όνομα του πατέρα τους και, αν συνετρεχε λογος, την φυλη ἤ την καταγωγη τους
Πχ. Θεμιστοκλης ο Νεοκλεους , Φρεάριος
Περικλής ο Ξανθίππου, Χολαργεύς
Κιμων ο Μιλτιάδου, Αθηναίος

Κατι αντιστοιχο διατηρουν σε μεγαλη συχνοτητα οι Κύπριοι που δεν συνηθιζουν πολύ τα εβραιοχριστιανικα κυρια ονόματα και προτιμουν τα αρχαια.
Δημητριου
Νεοκλεους
Νεοφυτου
Αριστειδου
Κλεανθους

Η συνηθεια επιβιωνει στο προθημα Ο’ των Ιρλανδικων επωνύμων, μια συν-τμηση του of (son of)

Μεχρι προσφατως οι γεροντες στα χωρια ρωτουσαν «τινος εισαι;» πιστευντας ότι αν τους ελεγες το κυριο όνομα του πατερα σου θα σε αναγνωριζαν.
«Ειμαι το Γιαννιό του Αντωνη του βαρκαρη από τα Μαλια».
Ενθα Γιαννιο το εξουδετερωθέν Γιάννης.

Υποκορισμός των Κυριων Ονοματων

Συνηθως καταντουν ουδέτερα
Ριτα Ριτακι
Μαριω Μακαρι
Νιτσα Ελενιτσα αλλά και Ελενακι
Στελιος , το Στελάκι
Γιαννης , το Γιαννακι (σκωπτικα και για το νεοσύλλεκτο)



[1] Αρνακι χαιδευτικα για νεα και ομορφη γυναικα, η αγαπημενη μου. Επιδραση από το τουρκικο κουζουμ =αρνι μου.
[2] Σε πολλά λαικα παραμυθια η αλεπου ονομαζεται κυρα-Μαριω, ἤ κερα-Μαρια επειδη είναι μαριολα.βεν. mariol `απατεώνας΄ -ης, -ος· μαριόλ(ης) –α. ενώ από το ηχητικο πλησιασμα ο λυκος λεγεται Νίκος ή  Νικολος. (Λυκος=Νικος) και ο Αρκτος (αρκουδα) των γυφτων ονομαζεται Μάρκος

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ


-->
ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ
Πολλα εχουν γραφει για τον χαρτετο
Κατά την επικρατούσα άποψη, οι χαρταετοί είναι επινόηση των Ανατολικών λαών. Σε αυτές τις χώρες, η τέχνη της κατασκευής χαρταετών τελειοποιήθηκε, φτάνοντας στο σημείο να φτιάχνουν "ιπτάμενους" δράκους, πουλιά, ψάρια, ζώα. Τους στόλιζαν με ευχές και επιθυμίες, και τις έστελναν με έναν αετό, όσο πιο κοντά μπορούσαν στον Θεό. Προσάρμοζαν πάνω τους μικρές φλογέρες, οι οποίες σφύριζαν καθώς περνούσε από μέσα τους ο αέρας, κι ο ήχος που έβγαζαν πίστευαν ότι έδιωχνε μακριά τα κακά πνεύματα. Ή σήκωναν πολλούς μαζί αετούς στον ουρανό, με συνοδεία ύμνων, προσευχή και ικεσία στους θεούς τους. Ακόμα και σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, οι Κινέζοι πιστεύουν ότι πετώντας αετούς, θα διώξουν μακριά τους την κακή τύχη, και ότι όσο πιο ψηλά φτάσει ο αετός, τόσο πιο τυχεροί θα είναι.
Και κατά την ελληνική αρχαιότητα υπήρξαν δείγματα προσπαθειών κατασκευής αετών. Αναφέρεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας χρησιμοποίησε στις μελέτες του τον αετό. Ο Αρχύτας (440 - 360 π.χ.) ήταν ένας μαθηματικός από τον Τάραντα, μαθητής του Πυθαγόρα, που ασχολήθηκε και με πτήσεις. Θεωρείται ο τελευταίος αλλά και ο σημαντικότερος των Πυθαγορείων. Κείμενα του Αρχύτα λέγεται ότι μελετούσε και ο Γαλιλαίος. Επίσης σε ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής, υπάρχει παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια λευκή σαΐτα από το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει.

Στην Ευρώπη ο χαρταετός εμφανίζεται γύρω στο 1400 μ.Χ. τον έφεραν εξερευνητές που είχαν επιστρέψει από την Ασία. Βέβαια εκείνοι οι αετοί δεν ήταν όπως τους ξέρουμε σήμερα. Κι αυτό γιατί για να γίνει ο χαρταετός χρειάζεται πολύ και λεπτό χαρτί, το οποίο ήταν είδος πολυτελείας εκείνη την εποχή. Γι' αυτό, οι αετοί κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα ήταν φτιαγμένοι από πανί, όπως τα πανιά των πλοίων.
Γραπτές αναφορές για την παρουσία αετού στην Ευρώπη συναντάμε σε γερμανικά έγγραφα του 1450. Αργότερα, το 1606, ένας Ισπανός κληρικός έγραφε στο ημερολόγιο του ότι τον χρησιμοποιούσαν σαν "παιχνίδι χαράς, την ημέρα του Πάσχα".

Έτσι οι χαρταετοί, παρόλο που στις μέρες μας τους συνδυάζουμε μόνο με το παιχνίδι, έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως από τον άνθρωπο για πολλούς σκοπούς. Τους χρησιμοποίησαν για ψάρεμα, για να διεξάγουν μετρήσεις, για στρατιωτικούς σκοπούς, ακόμα και για να διεξάγουν επιστημονικά πειράματα.

Στις μέρες μας η κατασκευή του χαρταετού είναι εύκολη υπόθεση.

Το πέταγμα του αετού την Καθαρή Δευτέρα είναι ένα όμορφο παιχνίδι, ένα γραφικό έθιμο, ένα πανηγύρι χρωμάτων στους ουρανούς μας.
ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ΕΠΙΛΕΧΘΗΚΕ Η ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΙΜΟ;
Ένα τραγουδάκι της εποχής του Αλεξίου Κομνηνού [βλ. Παραπανω τη Χαλκογραφια που εικονίζει τον Αλέξιο να δέχεται τον Γοδεφρίγο ντε Μπουγιόν], από τα παλαιότερα Ελληνικά δίστιχα , περιέγραφε ένα περιστατικό μιας συνωμοσίας εις βάρος του αυτοκράτορα:
Το Σάββατον της Τυρινής, χαρείς, Αλέξιε, εννόησες το,
και την ∆ευτέραν το πρωί, ύ
πα καλώς, γεράκι μου.
Πάει να πειί
Το Σάββατο της Τυρινής, να χαρείς, Αλέξιε, το εννόησες [οτι συνομοτούν εναντίον σου],
και την [Καθαρή] ∆ευτέρα το πρωί, ύπαγε [πήγαινε] στο καλό, γεράκι μου.
Ίσως οι Βυζαντινοί να εφάρμοζαν το έθιμο την Καθαρά Δευτέρα σε ανάμνηση του ιστορικού αυτού συμβάντος.

Αρατε πυλας

Προκειται για ενα δρωμενο της εκκλησιας που τελειται κατα την επιστροφή του επιταφιου


Ο Μωραϊτίδης, στο ωραίο του διήγημα «Άρατε Πύλας» διηγείται ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ο μπάρμπα-Κώστας, αποκαλούμενος και «Ολλαντέζος» για το ολλανδέζικο κασκέτο, που πάντα φορούσε, υπηρετούσε, απόμαχος πια ναυτικός, ως νεωκόρος, σε μια εκκλησία της Σκιάθου. «Κατέστη ειδικός, γράφει ο Μωραϊτίδης, εις μιαν υπηρεσίαν σπουδαίαν της εκκλησίας και ηγαπάτο από ολόκληρον την πολίχνην. Υπεκρίνετο περίφημα τον Άδην το Μέγα Σάββατον, κατά την επάνοδον του Επιταφίου. Είναι συνήθεια αρχαιοτάτη εις την νήσον … Τότε ο πρώτος των εφημερίων, προσεγγίζων εις τας πύλας, κελεύει … κράζων: «Άρατε πύλας, … Ο δε έσωθεν … υποκρινόμενος τον Άδην, ερωτά αυθαδώς: «Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;» … Εις ταύτην λοιπόν την παράστασιν κατέστη ειδικώτατος ο μπάρμπα-Κώστας … ώστε τρόμος κατελάμβανε το πλήθος, ότε ήκουε τας τρομεράς εκείνας ερωτήσεις του …»

Το πληρες κειμενο ειναι 
7 ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
8 τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ.
9 ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
10 τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος τῶν δυνάμεων αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.


Το κειμενο ειναι απο Ψαλμο 23 στ. 7-10

Αν το αρατε πυλας  σημαίνει σηκώστε τίς πορτες. (όμως δες τη λυση)
Ηταν δυνατο την πρωτη χλιετια οι τσομπανηδες εβραιοι να ειχαν δει τετοιες πορτες καστρων; Δικα τους καστρα τετοιου επιπεδου δεν ειχαν τοτε.  Ειδαν ομως τήν βαβυλώνα. Η μετοικεσια της Βαβυλώνος εγινε μετα την βασιλεια του Δαυιδ  και αφου εβασίλεψαν οι εξης
  1. Σολομών,
  1. Ροβοαμ,
  2. Αβια,
  3. Ασα,
  4. Ιωσαφατ,
  1. Ιωραμ,
  1. Οζιας,
  1. Ιωαθαμ,
  1. Αχάζ,
  1. Εζεκιας,
  1. Μανασής ,
  1.  Αμών
  1. Ιωσιας
  1. Ιεχονιας

Δηλαδη 14 γενιες βασιλεων μετα τον Δαυιδ οπου τοτε πιθανον οι  εβραιοι να ειδαν καποια εξελιγμενα οχυρωματικα εργα και τειχη στην Βαβυλωνα. 


Αν δουμε και τον King James (Official Anglican Bible)
9 Lift up your heads, O ye gates; even lift them up, ye everlasting doors; and the King of glory shall come in.

Στην ιταλική   έκδοση παλι οι πύλες αίρονται σηκωνονται (sollevare, alzatevi)
9 Sollevate, porte, i vostri frontali, alzatevi, porte antiche, ed entri il re della gloria.

H vulgata
levate portae capita vestra et erigite ianuae sempiternae et ingrediatur rex gloriae
Παλι χρησιμοποιεί το ρημα levare = σηκωνω και erigere  = επαίρω (erection)



Αυτο θα σήμαινε οτι οι πυλες ανεβοκατεβαιναν οπως αυτες των μεσαιωνικων φρουριων.

Η κατασκευη μιας θυρας τυπου portcullis (από το Γαλικό "porte coulissante" = ολισθαίνουσα θύρα  or gliding door)  προυπεθετε, εκτος απο ενα περίπλοκο μηχανισμό και ανάλογο υψος του κτιρίου ωστε να καλύπτεται  ο μηχανισμος και η πορτα, οταν ειναι ανοικτή.
Δεν ηταν κατι σαν τις κινητες γέφυρες  που βεβαια ειναι απλούστερες στην κατασκευή τους  αλλα για να ανοιξουν κατεβαινουν.

Τα καστρα που υπαρχουν στο ισραήλ σημερα ειναι μεταγενέστερα κατα χιλιετειες μετα την συγγραφη των στιχων.
Χτιστικαν κατα τις σταυροφοριες απο σταυροφορους, μουσουλμανους και αλλους εμπλεκομενους.

Αλλα και εκει οι πυλες εκλειναν μα βαρειες πορτες στρεφομενες με ρεζέδες οπως οι σημερινες κοινές πορτες. Δηλ. Δεν ανεβοκατέβαιναν,


Το Nimrod είναι ένας από τα μεγάλα φρουρια  του Ισραήλ. Ένα από τα μεγαλύτερα οχυρά από το Μεσαίωνα κάθεται μεγαλόπρεπα στην κορυφή του βουνού στα Υψώματα του Γκολάν κάτω από το εντυπωσιακό Όρος Hermon  και λίγα βήματα μακριά από το Banias .

Τα δικά μας  μυκηναικα τειχη ειχαν τετοιας μορφης πορτες. Ολες απο ξύλο γιατι καμια δεν σώθηκε.


Τελικη εξήγηση
Το αρατε δεν ειναι προστακτικη του αιρω  αλλα του αρασσω=κτυπω  και σημαινει κτυπήσατε 
Ο ψαλμωδος δεν μιλαει πουθενα για Αδη αλλα μαλλον για τις πυλες μιας πολεως.  Οι πυλες της πολεως δεν μπορει να ανοιγαν αιρομεναι δηλαδη  απο κατω προς τα πανω. Ηταν πελωριες πορτες με ρεζέδες οπως οι κοινές πορτες. Οταν εκλειναν αραρισκοντο.



Η προστακτικη άρασσε που απανταται στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη λεγεται και αραττε (με δύο ταυ)  Αριστοφάνης Εκκλησιάζουσαι (βλ παρακάτω)

ἀράσσω . Το α είναι ευφωνικό, ῥάσσω,  συγγ. του ῥήσσω
I. to strike hard, smite, (Hom. only has it in the compds. ἀπ-, συν-αράσσω); of horses, ὁπλαῖς ἀρ. χθόνα Pind.; θύρας ἀρ. to knock furiously at the door, κτυπω μανιωδως την πορτα  Eur.; ἀράσσειν στέρνα, κρᾶτα  to beat the breast, the head, in mourning, Lat. plangere, Aesch., Eur.; ἄρασσε μᾶλλον strike harder, κτυπα πιο δυνατά
Aesch.; ἀρ. ὄψεις, βλέφαρα Soph.
2. c. dat. modi, ἀράσσειν ὀνείδεσι κακοῖς to throw with reproaches or threats, i. e. fling them wildly about, id=Soph.
II. Pass. to be dashed against, πρὸς τὰς πέτρας Hdt.; πέτραις Aesch.

 βλ. σια και αράξαμε χτυπήσαμε στην ξηρά την τροπιδα του πλοιου μας.
Αράσσειν στέρνα κτυπώ τα στήθη μου (οδύρομαι, στηθοδερνομαι)



Το αρατε πυλας ειναι αράσατε πυλας δηλ. κτυπήστε τις πορτες  πραγμα που συναδει και με τις ενεργειες που γινονται την ωρα του δρωμενου: με το τρίτο 'Αρατε πύλας'  ο  παπας χτυπαει την πορτα με το ποδι του 
Ηχητικον

Η επιμαχη φραση απευθυνεται στους αρχοντες  ημων δηλαδη τους απ' έξω
Μ΄αλλα λογια, ο ψαλμωδός λέει " βροντήξτε αρχοντές μας τις πορτες  της πολης και να ανοιξουν για να μπει ο βασιλάς της δοξας, ο πολεμιστής"
Αυτό ακριβως γινεται και στο δρωμενο. 
Στο λήμα "θυρα"  του LJS (Λεξικο Liddel &Scott)
Βλεπουμε πως θύραν κόπτειν, πατάσσειν, κρούειν, knock, rap at the door, Id.Nu.132, Ra.38, Pl.Prt.310b; ἀράττειν, ἐπαράξαι, Ar.Ec. 977,

Οι λοιποι μετφραστες μετεφραζαν από το ελληνικο κειμενο και συνέχισαν την λανθασμενη ερμηνεια αρατε από τα αιρω και μετα θεωρησαν σκοπιμο να θεωρησουν ότι το επαρθητε πυλαι αιωνιοι προερχεται και αυτό από το αιρω  ενώ  προερχεται από το αραρισκω = προσδενω  και επ+αραρισκω=λύω  .

Γραῦς Α: οὗτος τί κόπτεις; μῶν ἐμὲ ζητεῖς;

Νεανίας: πόθεν;

Γραῦς Α: καὶ τὴν θύραν γ᾽ ἤραττες. (μα μου χτυπούσες τήν πόρτα)

 Αριστοφάνης - Εκκλησιαζουσαι

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

φόρος , Forum




ΣΗΜΑΣΙΑ
Μεσαιωνική (βυζαντινή Λέξη) που σημαίνει τον χώρο της αγοράς.


ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Από το λατινικό forum  πληθυντικός fora φόρα. Βλ. Φράσεις

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΑ
Το βυζάντιο διέθετε αρκετές αγορές που ονομάζονταν φόρα. Βλακωδώς δημιουργήθηκε και ο Όρος «φόρος» ως ενικός του φόρα (τουλάχιστον ας τον έλεγαν  το φόρον).
Ήρθε λαός αρίφνητος
Εγέμισεν ο φόρος
Στο ύστερο ο Ρωτόκριτος
ήσωσεν ασπροφόρος.


ΦΡΑΣΕΙΣ

Θα βγάλω  τ΄απλυτά σου στα φόρα.
ἤ θα τα βγάλω όλα στα φορα.

Φόρα = βγαiνει κάτι στα φόρα (από το λατ. Forum, Πληθ  fora) = Δημοσιεύεται, κοινωνιολογειται στην αγορά  (το φόρουμ) ἤ στις αγορές (φόρα) , δηλ.  γίνεται γνωστό σε όλους. 
Συνήθως τα άπλυτα βγαίνουν  στα φόρα, και τούτο αποτελεί ευτελισμό επειδή τα άπλυτα είναι συνήθως εσώρουχα που ίσως όντα άπλυτα αναδεικνύουν την αποστροφή προς την καθαριότητα των προγόνων.

Είναι λάθος να λέμε στη  φόρα , η φόρα είναι η αρχαία φορά, η  κατεύθυνση.

φορά, ἡ (φέρω)· I. 1. μεταφορά, σε Σοφ.· ψήφου φορά, το να δίνω σε κάποιον την ψήφο μου, ψηφοφορία, σε Ευρ. 2. κομιδή χρημάτων, μισθός, σε Θουκ., Ξεν. 3. καρποφορία, παραγωγή, σε Πλάτ. II. 1. (από Παθ. φέρομαι), δημιουργία ή κίνηση κατά μήκος, κίνηση, φορά, ἡ τῶν ἄστρων φορά, σε Πλάτ. 2. βιαστική κίνηση, ορμή, Λατ. impetus, σε Δημ. III. 1. (επίσης από Παθ.), φερόμενο, φορτίο, μεταφορά, βάρος, σε Πλούτ. 2. αυτό που φέρεται ή πληρώνεται ως εισφορά ή φόρος, σε Θουκ., Ξεν. κ.λπ. 3. αυτό που παράγεται, φρούτο, παραγωγή, καρπός, σοδειά, σε Αριστ.· μεταφ., φορὰ προδοτῶν, μεγάλο πλήθος προδοτών, σε Δημ.
Σημερα φὀρα 1. κίνηση που χαρακτηρίζεται από ταχύτητα, ορμή, δύναμη: Tο αυτοκίνητο έφυγε από το δρόμο κι έπεσε με όλη του τη φὀρα πάνω σ΄ ένα φράχτη. 2. (συχνά για αθλητή) κίνηση που συνίσταται: α. στη διάνυση μιας απόστασης με γρήγορο τρέξιμο. β. στην περιστροφική συνήθ. κίνηση του σώματος, έτσι ώστε να αποκτηθεί η κατάλληλη ταχύτητα προκειμένου να επιχειρηθεί άλμα ή ρίψη· παλμός: Ο επικοντιστής / ο τριπλουνίστας / ο δισκοβόλος πήρε φὀρα  για την τελευταία του προσπάθεια. ΦΡ παίρ νω φὀρα , παίρνω θάρρος, ξεκινώ ορμητικά: Πήρε φὀρα  κι άρχισε να μιλάει χωρίς τελειωμό. Είναι ντροπαλός, μα όταν πάρει φὀρα , δεν τον σταματάει κανείς. κόβω τη φὀρα κάποιου, του βάζω φραγμό, του κόβω την ορμή για ενέργειες, δραστηριότητες: Ξεκίνησε με μεγάλη διάθεση αλλά του ΄κοψαν τη φὀρα .

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η αγορά  της Ρώμης - Forum  (Για τα Ρωμαικα φορα δες παρακάτω
Latin Word Study Tool )


Τα πιο διάσημα φόρα της Κωνσταντινούπολης  ευρισκόντουσαν επι της Μέσης οδού. Βλ. Δημοσιευμά μου «Ἐν Μέσῃ ὀδῷ»
«Μέση οδός» ονομάζετο ο δρόμος που ξεκινούσε από το Μίλλιον, (εκεί ήταν η Αγία Σοφία, ο Ιππόδρομος, το Αυγουσταίο, τα Λουτρά του Ζευξίππου), και περνούσε από τον Φόρο (αγορά) του Κωνσταντίνου, το Τετράπυλον, τον Φόρο του Θεοδοσίου (ή του Ταύρου),του φόρο του Αμαστριανού,  τον Φόρο του Βοός, τον Φόρο του Αρκαδίου, την Παλαιά Χρυσή Πύλη των τειχών του Κωνσταντίνου, περνούσε απο το Σίγμα και έφτανε μέχρι την Ξυλόκερκον [Πύλη] που λέγονταν και «Δευτέρα Στρατιωτική».


Latin Word Study Tool
forum
an open space, public place, court, market-place
(Show lexicon entry in Lewis & Short Elem. Lewis) (search)
fora
noun pl neut acc
fora
noun pl neut nom
fora
noun pl neut voc


fŏrum , i, (archaic form fŏrus , i, m., to accord with locus, Lucil. ap. Charis. p. 55 P., and ap. Non. 206, 15; Pompon. ib.), n. etym. dub.; perh. root Sanscr. dhar-, support; dhar-as, mountain, etc.; Lat. forma, fortis, frenum, etc.; lit., a place or space with set bounds, Corss. Ausspr. 1, 149,
I. what is out of doors, an outside space or place; in partic., as opp. the house, a public place, a market-place, market (cf.: macellum, emporium, velabrum): forum sex modis intelligitur. Primo, negotiationis locus, ut forum Flaminium, forum Julium, ab eorum nominibus, qui ea fora constituenda curarunt, quod etiam locis privatis et in viis et in agris fieri solet. Alio, in quo judicia fieri, cum populo agi, contiones haberi solent. Tertio, cum is, qui provinciae praeest, forum agere dicitur, cum civitates vocat et de controversiis eorum cognoscit. Quarto, cum id forum antiqui appellabant, quod nunc vestibulum sepulcri dicari solet. Quinto, locus in navi, sed tum masculini generis est et plurale (v. forus). Sexto, fori significant et Circensia spectacula, ex quibus etiam minores forulos dicimus. Inde et forare, foras dare, et fores, foras et foriculae, id est ostiola dicuntur, Paul. ex Fest. p. 84 Müll.
I. In gen., an open space.
B. The part of the wine-press in which the grapes were laid, Varr. R. R. 1, 54, 2; Col. 11, 2, 71; 12, 18, 3.—
C. Plur.: fora = fori, the gangways of a ship, Gell. ap. Charis. 55 P.—
II. In partic., a public place, market-place.
(a). forum boarium , the cattlemarket, between the Circus Maximus and the Tiber, Varr. L. L. 5, § 146 Müll.; Paul. ex Fest. p. 30, 5; Liv. 21, 62, 2; Plin. 34, 2, 5, § 10; Tac. A. 12, 24; cf. Ov. F. 6, 477. A part of this was probably the forum suarium , Dig. 1, 12, 1, § 11.—
(b). forum olitorium , the vegetable-market, south of the theatre of Marcellus, between the Tiber and the Capitoline hill; “here stood the columna lactaria, at which infants were exposed,” Varr. L. L. 5, § 146 Müll.; Liv. 21, 63, 3; Tac. A. 2, 49; Paul. ex Fest. p. 118, 6. Here was probably the forum coqui-num also, in which professional cooks offered their services in preparing special entertainments, Plaut. Ps. 3, 2, 1.—
(g). fo-rum piscarium (or piscatorium ), the fish-market, between the basilica Porcia and the Temple of Vesta, Varr. L. L. 5, § 146 Müll.; Plaut. Curc. 4, 1, 13; Liv. 26, 27, 3; 40, 51, 5; Col. 8, 17, 15.—
(d). forum cuppedinis , the market for dainties, between the via sacra and the macellum, Varr. L. L. 5, § 186 Müll. Cf. the similar market in another town, App. M. 1, p. 113, 30 (dub. Hildebr. cupidinis).—Of places where markets were held, a market-town, market-place: “L. Clodius, pharmacopola circumforaneus, qui properaret, cui fora multa restarent, simul atque introductus est, rem confecit,” Cic. Clu. 14, 40: “oppidum Numidarum, nomine Vaga, forum rerum venalium totius regni maxime celebratum,” Sall. J. 47, 1.—Prov.: Scisti uti foro, you knew how to make your market, i. e. how to act for your advantage, Ter. Phorm. 1, 2, 29; v. Don. ad loc.—
B. The market-place, forum, in each city, as the principal place of meeting, where public affairs were discussed, courts of justice held, money transactions carried on: “statua ejus (Anicii) Praeneste in foro statuta,” Liv. 23, 19, 18; hence also, transf., to denote affairs of state, administration of justice, or banking business. In Rome esp. the forum Romanum, Plin. 3, 5, 9, § 66; Tac. A. 12, 24; called also forum magnum, vetus, or, oftener, absol., forum, Liv. 1, 12, 8; 9, 40, 16; Cic. Att. 4, 16, 14 et saep.; a low, open artificial level, about six hundred and thirty Parisian feet long, and rather more than a hundred wide, between the Capitoline and Palatine hills, surrounded by porticos (basilicae) and the shops of money-changers (argentariae), in later times surrounded with fine buildings, and adorned with numberless statues (cf. on it Becker's Antiq. 1, p. 281 sq., and Dict. of Antiq. p. 451): “in foro infumo boni homines atque dites ambulant,” Plaut. Curc. 4, 1, 14: “in foro turbaque,” Cic. Rep. 1, 17: “arripere verba de foro,” to pick them up in the street, id. Fin. 3, 2, 4: “in vulgus et in foro dicere,” id. Rep. 3, 30 (Fragm. ap. Non. 262, 24): “cum Decimus quidam Verginius virginem filiam in foro sua manu interemisset,” id. Rep. 2, 37: “in forum descendere,” id. ib. 6, 2 (Fragm. ap. Non. 501, 28): “foro nimium distare Carinas,” Hor. Ep. 1, 7, 48: “fallacem Circum vespertinumque pererro Saepe forum,” id. S. 1, 6, 114: “forumque litibus orbum,” id. C. 4, 2, 44: “Hostes in foro ac locis patentioribus cuneatim constiterunt,” Caes. B. G. 7, 28, 1: “gladiatores ad forum producti,” id. B. C. 1, 14, 4: “ut primum forum attigerim,” i. e. engaged in public affairs, Cic. Fam. 5, 8, 3: “studia fori,” Tac. Agr. 39: forum putealque Libonis Mandabo siccis, adimam cantare severis, i. e. the grave affairs of state, Hor. Ep. 1, 19, 8.—Of administering justice in the forum: NI PAGVNT, IN COMITIO AVT IN FORO ANTE MERIDIEM CAVSAM CONICITO, Fragm. XII. Tab. ap. Auct. Her. 2, 13, 20: “ut pacem cum bello, leges cum vi, forum et juris dictionem cum ferro et armis conferatis,” Cic. Verr. 2, 4, 54 fin.: “quod (tempus) in judiciis ac foro datur,” Quint. 10, 7, 20: “nec ferrea jura Insanumque forum aut populi tabularia vidit,” Verg. G. 2, 502: “forum agere,” to hold a court, hold an assize, Cic. Att. 5, 16, 4; cf. id. Fam. 3, 6, 4: “lenta fori pugnamus harena,” Juv. 16, 47; cf. vv. sqq.—Poet. transf.: “indicitque forum et patribus dat jura vocatis,” Verg. A. 5, 758: “civitates, quae in id forum convenerant,” to that court - district, Cic. Verr. 2, 2, 15, § 38: “extra suum forum vadimonium promittere,” beyond his district, id. ib. 2, 3, 15, § “38.—Prov.: egomet video rem vorti in meo foro,” is pending in my own court, affects me nearly, Plaut. Most. 5, 1, 10: “in alieno foro litigare,” i. e. not to know what to do, which way to turn, Mart. 12 praef.—Of the transaction of business in the forum: “haec fides atque haec ratio pecuniarum, quae Romae, quae in foro versatur,” Cic. de Imp. Pomp. 7, 19: “quousque negotiabere? annos jam triginta in foro versaris,” id. Fl. 29, 70: “sublata erat de foro fides,” id. Agr. 2, 3 fin.: “nisi, etc. ... nos hunc Postumum jam pridem in foro non haberemus,” i. e. he would have been a bankrupt long ago, id. Rab. Post. 15, 41: cedere foro, to quit the market, i. e. to become bankrupt, Sen. Ben. 4, 39; Dig. 16, 3, 7, § 2; Juv. 11, 50; cf. Plaut. Ep. 1, 2, 16. Justice was administered in Rome not only in the forum Romanum, but also, in the times of the emperors, in the forum (Julii) Caesaris (erected by Julius Caesar, Suet. Caes. 26; Plin. 36, 15, 24, § 103; 16, 44, 86, § 236) and in the forum Augusti (erected by the Emperor Augustus, Suet. Aug. 29, and adorned with a fine ivory statue of Apollo, Plin. 7, 53, 54, § 183; Ov. F. 5, 552; id. Tr. 3, 1, 27); “called simply forum,” Juv. 1, 128 (where Apollo is called juris peritus, in allusion to the judicial proceedings held here); hence, circumscriptiones, furta, fraudes, quibus trina non sufficiunt fora, Sen. de Ira, 2, 9, 1; so, “quae (verba) trino juvenis foro tonabas,” Stat. S. 4, 9, 15; and: “erit in triplici par mihi nemo foro,” Mart. 3, 38, 4: “vacuo clausoque sonant fora sola theatro,” Juv. 6, 68.—
C. Nom. propr. Fŏrum , a name of many market and assize towns, nine of which, in Etruria, are named, Plin. 3, 15, 20, § 116. The most celebrated are,
1. Forum Ăliēni , a town in Gallia Transpadana, now Ferrara, Tac. H. 3, 6.—
2. Forum Appii , a market-town in Latium, on the Via Appia, near Tres Tavernae, now Foro Appio, Cic. Att. 2, 10; Plin. 3, 5, 9, § 64; Hor. S. 1, 5, 3; Inscr. Orell. 780 al.
3. Forum Aurēlium , a small city near Rome, on the Via Aurelia, now Montalto, Cic. Cat. 1, 9, 24.—
4. Forum Cornē-lium , a town in Gallia Cispadana, now Imola, Cic. Fam. 12, 5, 2.—Hence, Foro-corneliensis , e, adj.: “ager,” Plin. 3, 16, 20, § 120.—
5. Forum Gallōrum , a town in Gallia Cispadana, between Mutina and Bononia, now Castel Franco, Cic. Fam. 10, 30, 2.—
6. Forum Jūlii , a town in Gallia Narbonensis, a colony of the eighth legion, now Frejus, Mel. 2, 5, 3; Plin. 3, 4, 5, § 35; Planc. ap. Cic. Fam. 10, 15, 3; 10, 17, 1; Tac. H. 3, 43.—Deriv.: Forojulien-sis , e, adj., of or belonging to Forum Julii, Forojulian: “colonia,” i. e. Forum Julii, Tac. H. 2, 14; 3, 43.—In plur.: Forojulien-ses , inhabitants of Forum Julii, Forojulians, Tac. Agr. 4.—
7. Forum Vŏcōnii , 24 miles from Forum Julii, in the Pyrenees, now, acc. to some, Le Canet; acc. to others, Luc, Cic. Fam. 10, 17, 1; 10, 34, 1; Plin. 3, 4, 5, § 36.