Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Φαϊ - ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ



Σημασια


Η Λεξη της ΝΕ φαι που σημαινει φαγητο προηλθε από το απαρεμφατο φαγεῖν* της ενερηγτικης φωνης του αοριστου β   του ανωμαλου αρχαιου ρηματος  εσθιω. 
Η
ποσις και η βρωσις είναι η τροφοδοτηση του οργανισμου με τα απαραιτητα συστατικα για την επιβιωση του ανθρωπου. Εν συνθεσει  δημιουργουν την λεξη φαγοποτι που είναι, εκτός απο απαραιτητο, και ευχαριστο. Το ιδιο νοημα απεδιδετο με το αρχαιο συμποσιο και σημερα με το δανειο τουρκικο τσιμπουσι  (cümbüş) . Το συμποσιο ηταν φαγοποτι και πολλα αλλα μαζι, ασχετο με το ότι η λεξη δηλωνει μονον το ποτο.

Η
ποσις και η βρωσις[2] είναι ουσιαστικα που αποτελουν τις ενεργειες των ρηματων πινω και βιβρωσκω. Η βρωσις είναι η εργεργεια. Αυτό που βιβρωσκεται, δηλ. που τρωγεται, λεγεται βρωμα και αυτό που πινεται λεγεται  πομα[1]. Από το πινω προερχεται το ρηματικο επιθετο ποτός -ποτή  ποτόν που σημαινει κυριολεκτικα ὁ ἐπιτήδειος πρὸς πόσιν. (Στην ΝΕ συνηθως λεγεται  ποσιμος). Κατ αντιθεσιν ο πότος σημαινει φαγοποτι αλλα κυριως πολυποσια
__________________________________________
 (*) Από το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και φιλείν > το φιλί) και μετά το φαΐ, που θα μπορούσε να γράφεται και "το φαεί". Η εκφραση της αρχαιας "Δος τω παιδι φαγειν" (Δωσε εις τον παίδα να φάγει) παρετυμολογήθηκε κι έγινε "Δωσ' στο παιδί φαί".Ο "παις" εγινε το "παιδί", η προστακτική του "διδωμι" έγινε "δώσε" και το απαρέμφατο "φαγείν" το ουσιαστικο "φαϊ". Αντιστοιχα εχουμε με το φιλειν> φιλί, το γαμησειν > γαμησι , το ιδειν > το δειν (του Κυπρ. Ισ. = το βλεμμα)


Διαιτα


Το συνολον των φαγητων που πρεπει να τρωμε , το λεμε διαιτα και συνηθως το παραβιαζουμε.
Πβ. Διαιτα Ατκινς, Διαιτα με χαμηλα λιπαρα, κλπ. Η διαιτα αρχιζει από τη Δευτερα.
Η διαιτα από το αρχαιο διαιταω που σημαινει : τρεφω καποιον  κατά ορισμενο τροπο. Στην ΝΕ χρησιμοποιουμε το διαιτωμαι ως "κανω διαιτα". Ενώ το διατωμαι για την ΑΕ σημαινε
  1. διάγω κατά τινα τρόπον, ζῷ, διαμένω, Αυτος που διαμενει μαζι μας λεγεται συνδαιτημων και το μερος που διαμενει ενδιαιτημα.
  2. κρίνω περί τινος,ὁρίζω, ἀποφασίζω τι,  τακτοποιῶ, διορθώνω, κατορθώνω τι, πβ. Το διαιτητης της ΝΕ (κν. ρέφερης)
  3. διευθύνω, κυβερνῶ, Διαιτα =   συνέλευση αντιπροσώπων για εθνικά θέματα σε ορισμένες χώρες· κοινοβούλιο, τοπική βουλή: H Δίαιτα της Ελβετίας / της Πολωνίας / της Iαπωνίας.
[λόγ. < μσνλατ. diéta (ή μέσω του γαλλ. diète) < λατ. dies `ημέρα΄ σημδ. γερμ. Tag `ημέρα (συνέλευσης)΄, παρετυμ. (αντί π.χ. δίητα) αρχ. Δίαιτα.

  4) διαλλάσσω, συμφιλιώνω, πβ. Φρ. Παραπεμαπεται στη διαιτησια, βλ.λ. επιδιαιτητης.


Αλλα ρηματα αντι του τρωγω

Γευομαι
Εσθιω
Μασαω, μασω
Κατεβαζω  (από το στομα στο στομαχι)
Καταπινω > καταποσις, καταποτιον
Σαβουρωνω < σαβουρα < savora = ερμα
Χλαπακιαζω
τρώω γρήγορα μεγάλη ποσότητα φαγητού. || (επέκτ., σκωπτ.) [ηχομιμ.]
Φιλευομαι (μου προσφεται φαγητο με φιλικη διαθεση)
Τραταρω (περιποιουμαι προσφερωντας φαγητο κυρ. Γλυκισματα
,< Λατ. Traho τραβω, προσελκυω, ελκω καποιον δια δωρων. Πβ. Φρ. Να σας τραταρω λιγο βυσινο γλυκο, με τα χερακια μου το εφτιαξα ). Παραγωγα trattoria Ιταλικη λεξη για το εστιατοριο.


Αναφορές


  1. « Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν,οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον, αλλ’ ἀφθαρσίας πηγήν, ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα».
     
Ἑρμηνεία τοῦ Εἱρμοῦ τῆς γ´ ᾨδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα

From <https://christianvivliografia.wordpress.com/2015/04/16/%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BD-%E1%BC%91%CF%81%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1/>


  1. Χριστέ ο Θέος ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου, ότι άγιος ει , πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων˙ αμήν.
    (Προσευχη προ του γευματος)

From <https://www.impantokratoros.gr/A278A0DB.el.aspx>

  1. Βρώμα και δυσωδία
Από το τροπάρι της νεκρώσιμης ακολουθίας: «Εξέλθωμεν καί ίδωμεν εν τοίς τάφοις, ότι γυμνά οστέα ο άνθρωπος, σκωλήκων βρώμα και δυσωδία», δηλ. ας βγούμε και ας παρατηρήσουμε στους τάφους ότι γυμνά οστά είναι ο άνθρωπος, τροφή για τα σκουλήκια και αποφορά (άσχημη και ανυπόφορη μυρωδιά).
Η λέξη βρώμα, λοιπόν, είναι αρχαία, παράγεται από το ρήμα βιβρώσκω ( = τρώγω) και σημαίνει τροφή, φαγητό.
Ωστόσο, παρερμηνεύτηκε, παρεξηγήθηκε η σημασία της, και θεωρήθηκε συνώνυμο της λέξης δυσωδία.

From <https://www.facebook.com/asprilex1/posts/896006037108428>


Πραγματα που "τρωμε" και δεν τρώγονται


Υπαρχουν πολλα ουσιαστικα που αναφερονται ως τρωγομενα σε φρασεις της καθημερινοτητας που όμως ειναι αδυνατον να φαγωθουν. Συνηθως πρερχονται  από άλλες μεταφορικες χρησεις του τρωγω.
 Τα αναφερω τονισμενα σε μερικες φρασεις.
Φαε την γλωσσα σου συνηθ. "Μπα που να φας τη γλωσσα σου"
Μη μου τρως την ωρα
Εφαγε ολα τα λεφτα του στα χαρτια
Εφαγε το ξυλο της αρκουδας  συνηθ. Εφαγε ξυλο.
Εφαγε τον περίδρομο / τον αγλέουρα / τον άμπακα / το σκασμο ή του σκασμού (αντι μεχρι σκασμου, μεχρι διαρρηξεως του στομαχου)
Με φαγαν τα
κουνουπια
Φαγωθηκε το σακακι μου στους αγκωνες
Μασαει τα λογια του
Μου εφαγε τα νειατα μου η ξενητιά.
Αυτος ο ανθρωπος είναι αχωνευτος, δεν τρωγεται με τιποτα.
Τον φαγανε μπαμπεσικα (τον σκοτωσαν υπουλα)
Μ΄εφαγε με την πολυλογία του
Tην έφαγα κι αυτή την προσβολή και δε μίλησα, την κατάπια.
τον φάγαμε  στη μάπα
Tους φάγαμε, σε πόλεμο, αθλητική συνάντηση κτλ.
Ο ΠΑΟΚ  έφαγε δύο γκολ στο πρωτο ημιχρονο
Tο νου σας και σας φάγαμε
Ηταν ρακενδυτος με
ρουχα φαγωμενα

From <http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%84%CF%81%CF%89%CF%89&dq=>


Γλωσσαριο

 

δίαιτα 2 η : (ιστ.) συνέλευση αντιπροσώπων για εθνικά θέματα σε ορισμένες χώρες· κοινοβούλιο, τοπική βουλή: H Δίαιτα της Ελβετίας / της Πολωνίας / της Iαπωνίας.
[λόγ. < μσνλατ. diéta (ή μέσω του γαλλ. diète) < λατ. dies `ημέρα΄ σημδ. γερμ. Tag `ημέρα (συνέλευσης)΄, παρετυμ. (αντί π.χ. δίητα) αρχ. δίαιτα (στη σημ.: `οίκημα΄)]

From <http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%B1&dq=>

μασάομαι: (οὐχὶ μασσ-), μέλλ. -ήσομαι· ἀποθετικο** - «μασῶ», τρώγω, μασᾶσθαι Ναξίας ἀμυγδάλας Εὔπολ. ἐν «Ταξιάρχοις» 2D· κρέας Ἀριστοφ. Πλ. 320· σηπίας ὁ αὐτ. ἐν Ἐκκλ. 554· ἀπολ., ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 717, ἐν Σφ. 780· ὡσαύτως ἐν Ἱππ. 1213, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 8, 4, κτλ.· ἀλλ’ οὐδαμοῦ παρὰ Τραγ., ἢ ἐν τῷ δοκίμῳ Ἀττ. λόγῳ, ΙΙ. κινῶ ὡς μασώμενος τὰ χείλη μου πρὸς χλευασμόν τινος, Φιλόστρ. 301.


__________________________________
(*)    Οχι από το το αρχαιο αρχ. μάσσω "μαλάσσω, πιέζω".> μάγμα, μᾰγεύς, μάγειρος, μάκτρα, μαζα
(**)  αποθετικά λέγονται τα ρήματα που έχουν μεν ενεργητική ή ουδέτερη διάθεση, σημασία αλλά γραμματικά έχουν μόνο παθητική φωνή (-μαι).
 
ΣΣ: Η φραση "θα τα μασω" είναι ασχετη με το μασαομαι. Λεγεται  αντι του θα τα μαζεψω δηλ. θα τα συγκεντρωσω εκ του μσν. μαζεύω < ελνστ. ὁμαδεύω `συγκεντρώνω΄ παρετυμ. μαζί. Παροιμοιωδης η απαντηση του Ι. Κωλέττη προς τους απληρωτους Δημ. Υπαλληλους της επαρχιας: "πρεπει πρωτα να τα μασωμεν, και αφου τα μασωμεν, θα τα εμβασομεν"


ποτός: -ή, -όν, ῥημ. ἐπίθ. τοῦ πίνω, ὁ πινόμενος, ὁ ἐπιτήδειος πρὸς πόσιν, τί κακὸν ἐδανὸν ἢ ποτὸν πασαμένη… Αἰσχύλ. Ἀγ. 1408· φάρμακον Εὐρ. Ἱππ. 516· ὕδωρ Θουκ. 6. 100· πρβλ. πιστὸς (Α). ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., ποτόν, τό, ὡς καὶ νῦν, τὸ πινόμενον, μάλιστα ἐπὶ οἴνου, κοινῶς «πιοτό», κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο Ἰλ. Α. 470, κτλ.· θεῶν ποτὸν ἔχοντες Ὀδ. Β. 341· κρόμυον ποτῷ ὄψον Ἰλ. Α. 630· οὕτως ἐπὶ οἴνου, Αἰσχύλ. Πέρσ. 615, Σοφ. Τρ. 703· τῷ ποτῷ χρέεσθαι Ἡρόδ. 2. 121, 4· σῖτα καὶ ποτά, φαγητὰ καὶ ποτά, ὁ αὐτ. 5. 54, Ξεν. Ἀν. 2. 3, 27· βρωτοῖσι καὶ ποτοῖσι Εὐρ. Ἱκέτ. 1110· σιτία καὶ π. Πλάτ. Πρωτ. 334Α, κτλ.
2) ὕδωρ πρὸς πόσιν, ἰὼ Σκαμάνδρου πάτριον π., ὕδωρ τοῦ Σκ., ὅπερ ἔπινον οἱ πρόγονοί μου, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1157· Σπερχειὸς ἄρδει πεδίον εὐμενεῖ π. ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 487· π. κρηναῖον Σοφ. Φιλ. 21, πρβλ. 1461· ποτάμια π. ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 587· πρβλ. Meineke εἰς Θεόκρ. 13. 46.

From <https://www.lexigram.gr/lex/arch/%CF%80%CE%BF%CF%84%E1%BD%B9%CF%82#Hist2>


πότος: ὁ, (πίνω) τὸ πίνειν, συμπόσιον, εὐωχία, «φαγοπότι», πολυποσία, πῶς τις αὐτόν... ἀπὸ τοῦ πότου παύσειεν...; Κρατῖνος ἐν «Πυτίνῃ» 8· προὐχώρει ὁ π. Ξεν. Ἀν. 7. 3, 26· παρὰ πότον, Λατ. inter pocula, αὐτόθι 2. 3, 15, Συμπ. 8. 41· ἀλλήλους... συνεῖναι ἐν τῷ πότῳ Πλάτ. Πρωτ. 347C· τρέπεσθαι πρὸς τὸν π. ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 176Α· ἐν τοῖς πότοις Ἰσοκρ. 9Α, Αἰσχίν. 34. 20· περὶ πότους διατριβὴν ποιεῖσθαι Λυσ. 146. 35, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 329Α, Ἰσοκρ. περὶ Ἀντιδ. § 305.

From <https://www.lexigram.gr/lex/arch/%CF%80%E1%BD%B9%CF%84%CE%BF%CF%82#Hist2>

ἔδω: ἀρχαῖος Ἐπ. ἐνεστώς, ἀνθ’ οὗ παρ’ Ἀττ. εἶναι ἐν χρήσει τὸ ἐσθίω, Ἐπ. ἀπαρ. ἔδμεναι: παρατ. ἔδον, Ἰων. γ΄ ἑνικ. ἔδεσκε Ἰλ. Χ. 501: μέλλ. ἔδομαι Σ. 271, Ὀδ. Ι. 369· μετοχ. πρκμ. ἐδηδώς: - Παθ. πρκμ. ἐδήδοται Ὀδ.: - Περὶ τῶν Ἀττ. τύπων ἴδε ἐσθίω: πρβλ. ὡσαύτως τὸ ἔσθω. (Ἐκ τῆς PΕΔ παράγονται ὡσαύτως τὰ ἑξῆς: ἐδδωδή, ἐδητύς, ἔδεσμα, εἶδαρ, ἔσθω, ἐσθίω. πρβλ. Σανσκρ. ad, ad-mi, (ἐσθίω), ad-akas, (ἀδηφάγος), Λατ. ed-o, es-t, ess-e, es-us, es-urio, es-ca· Γοτθ. it-an, Ἀγγλο-Σαξον. et-an· Παλαιο-Γερμαν. iz-an, Γερ. essen) Ἐσθίω, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ πίνω, Ὅμ.: ὡσαύτως ἐπὶ κτηνῶν, τρώγω, Ὅμ., μάλιστα ἐν Ἰλ· εἰωθότες (οἱ ἵπποι) ἔδμεναι ἄδδην Ἰλ. Ε. 203· καταβιβρώσκω, κατατρώγω, ὅσα μὲν ἐκπέποται καὶ ἐδήδοται Ὀδ. Χ. 56· ἐπὶ σκωλήκων, νῦν δὲ σὲ … αἰόλαι εὐλαὶ ἔδονται Ἰλ. Χ. 509, Ὀδ. Φ. 395: - σπάν. παρ’ Ἀττ., Ἀλκαῖος Κωμ. ἐν Ἀδήλ. 1, Εὔβουλ. ἐν «Διονυσίῳ» 4. ΙΙ. κατατρώγω, σπαταλῶ, ἀναλίσκω, ἰδίως ἐν ταῖς φράσεσι βίοτον, οἶκον, κτήματα, χρήματα ἔδουσι Ὀδ.· ἡμέτερον κάματον … ἔδουσι Ὀδ. Ξ. 417. ΙΙΙ. μεταφ., καμάτῳ τε καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἔδοντες Ι. 75, πρβλ. Κ. 379, Ἰλ. Ω. 129, Σιμωνίδ. Ἰαμβογρ. 1. 24

Παραγωγα από το
ἔδω: Εδεσμα, Εδωδιμος (πβ. ΕΔΩΔΙΜΑ ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ= Μπακάλικο)  που επεζησαν και στην ΝΕ.
From <https://www.lexigram.gr/lex/arch/%E1%BC%94%CE%B4%CF%89#Hist2>


ἐσθίω: ενεργ. 1. τρώω
2. (για θηρία) καταβροχθίζω
3.(για φωτιά και διαβρωτική νόσο) κατατρώγω
4. φθείρω, στενοχωρώ
5. βάζω μέσα στο στόμα μου
παθ. τρώγομαι.

ΣΣ: Το αρχ.  εσθημα (σπανιο στην ΝΕ) πιθανον να παρετυμολογηθη εκ του εσθιω, προερχεται ομως  από το εννυμι και σημαινει ένδυμα, στον πληθ., ρούχα, ενδυμασίες, σε Τραγ., Θουκ. κ.λπ. Φυσικα και το ομοχο αισθημα ειναι τελειως ασχετο (< αισθανομαι).
From <https://www.lexigram.gr/lex/arch/%E1%BC%90%CF%83%CE%B8%E1%BD%B7%CF%89#Hist2>


ἑστιάω: Ἰων. ἱστιάω: παρατ. εἱστίων Λυσ. 154. 24, Πλάτ., Ἰων. γ΄ ἑνικ. ἱστία Ἡρόδ. 7. 135: μέλλ. ἑστιάσω ᾱ Ἀντιφάνης ἐν «Βουταλίωνι» 1. 1: ἀόρ. εἱστίᾱσα Ξεν., κλ., ἀπαρ. ἑστιᾶσαι Ἀριστοφ. Νεφ. 1212: πρκμ. εἱστίᾱκα Δημ. 565. 11: - Μέσ’ καί Παθ., ἴδε κατωτ.: (ἑστία). Δέχομαι, φιλοξενῶ ἐν τῇ ἑστίᾳ μου, δηλ. ἐν τῷ οἴκῳ μου, ξένους Λυσ. 120. 43· φιλεύω, τινά Ἡρόδ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀριστοφ. Νεφ. 1212· τινά ἐν δώμασιν Εὐρ. Ἄλκ. 765· ἑστ. τινα ἰχθύσιν, μέ ἰχθῦς, Πλάτ. Πολ. 404D· ἐν Ἀθήναις, ἑστ. τήν φυλήν (πρβλ. ἑστίασις) Δημ. 565. 11· τήν πόλιν Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 4. 2, 11, κτλ.· χρησιμεύω ὡς ἑστιατήριον, ἦν δέ ὁ ἀνδρών ὁ ὑποδεχόμενος καί ἑστιῶν αὐτούς ἑκατοντάκλινος Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 8. 7.
2) ἀπολ., ἑστιῶ, «δίδω γεῦμα», εἱστία ποτέ μεγαλοπρεπῶς ὁ Φίλιππος αὐτόθι 12. 51· οἱ ἑστιῶντες, οἱ φιλεύοντες, Πλάτ. Γοργ. 518D.
3) μετά συστοίχ. αἰτ., γάμους ἑστιῶ, κάμνω γαμήλιον συμπόσιον, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 483, Ἀριστοφ. Ὄρν. 132· ἑστ. νικητήρια Ξεν. Κύρ. 8. 4, 1· ἐπινίκια Δημ. 1356. 8· γενέθλια Λουκ. Ἑρμότ. 11· καί μετά διπλ. αἰτ., ἅμα θύσαντα τά ἱερά ἑστιᾶσαι ἐκεῖνον Ἀντιφῶν 113. 14· θεσμοφόρια ἑστ. τάς γυναῖκας Ἰσαῖος 46. 11· τήν γενέθλιον ἑστ. τινα Λουκ. Δημοσθ. Ἐγκώμ. 26, πρβλ. Συμπ. 2· ἀλλ’ ὡσαύτως, ἔρανόν τινι ἑστ. Ἐπίχ. 65 Ahr.· μετά μόνης δοτ., τοῖς κόραξιν ἑστιῶν, «ἑστίασιν παρέχων» (Σχολ.), Ἀριστοφ. Θεσμ. 941.
4) μεταφ., ἑστ. τινα καλῶν λόγων Πλάτ. Πολ. 571D, πρβλ. Λουκ. Φιλοψ. 39· ἑστ. τάς ἀκοάς, τήν ὄψιν Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 3. 1, π. Ζ. 17. 23, κτλ. ΙΙ. Παθ. μετά Μέσ. μέλλ. ἑστιάσομαι Πλάτ. Πολ. 345C, Θεαίτ. 178D· μεταγενέστ. ἑστιᾱθήσομαι Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ἀχ. 977: ἀόρ. εἱστιάθην Πλάτ. Φαῖδ. 247E, (συν-) Δημ. 400. 25· με αγεν. ἑστιάσασθαι Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 8. 186: πρκμ. εἱστίᾱμαι Πλατ. Πολ. 354A, Ἰων. ἀπαρ. ἱστιῆσθαι Ἡρόδ. 5. 20. Ἑστιῶμαι, μετέχω ἑστιάσεως, φιλοξενοῦμαι, «φιλεύομαι», Ἡρόδ. ἔνθ’ ἀνωτ., Πλάτ. Πολ. 354A, 372C· ἑστιᾶσθαι παρά φίλου Ἀντιφῶν 114. 14· μετ’ αἰτ., πρός τῶν θεῶν, ἐνύπνιον ἑστιώμεθα; Καθ’ ὕπνους συμποσιάζομεν; Ἀριστοφ. Σφ. 1218, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 611E, Φαῖδρ. 247E· μετά δοτ., εὐωδίᾳ Ξεν. Συμπ. 2. 3· λόγοις Ἀθήν. 275Α.

From <https://www.lexigram.gr/lex/arch/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CF%89>

Παραγωγα: Εστια εστιασις εστιατοριον εστιατωρ



Τα φαγανά παιδάκια

το επιθετο φαγανός σημαινει αυτον που τρωει πολυ. Μετα τον Β΄ΠΠ οι μαναδες εχοντας ασχημες αναμνησεις
απο την πεινα της κατοχης  φροντιζαν να ται ζουν και να παχαινουν τα παιδακια τους με αποτελεσμα το παχυς
να γινεται συνωνυμο του υγειής.
Νεωτερες ερευνες αποδεικνυουν οτι αυτο δεν ειναι σωστο πλην ομως τα παχουλα μωρακια αποτελουν
ακομη και τωρα αντικειμενο θαυμασμου.