Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ


-->
ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ
Πολλα εχουν γραφει για τον χαρτετο
Κατά την επικρατούσα άποψη, οι χαρταετοί είναι επινόηση των Ανατολικών λαών. Σε αυτές τις χώρες, η τέχνη της κατασκευής χαρταετών τελειοποιήθηκε, φτάνοντας στο σημείο να φτιάχνουν "ιπτάμενους" δράκους, πουλιά, ψάρια, ζώα. Τους στόλιζαν με ευχές και επιθυμίες, και τις έστελναν με έναν αετό, όσο πιο κοντά μπορούσαν στον Θεό. Προσάρμοζαν πάνω τους μικρές φλογέρες, οι οποίες σφύριζαν καθώς περνούσε από μέσα τους ο αέρας, κι ο ήχος που έβγαζαν πίστευαν ότι έδιωχνε μακριά τα κακά πνεύματα. Ή σήκωναν πολλούς μαζί αετούς στον ουρανό, με συνοδεία ύμνων, προσευχή και ικεσία στους θεούς τους. Ακόμα και σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, οι Κινέζοι πιστεύουν ότι πετώντας αετούς, θα διώξουν μακριά τους την κακή τύχη, και ότι όσο πιο ψηλά φτάσει ο αετός, τόσο πιο τυχεροί θα είναι.
Και κατά την ελληνική αρχαιότητα υπήρξαν δείγματα προσπαθειών κατασκευής αετών. Αναφέρεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας χρησιμοποίησε στις μελέτες του τον αετό. Ο Αρχύτας (440 - 360 π.χ.) ήταν ένας μαθηματικός από τον Τάραντα, μαθητής του Πυθαγόρα, που ασχολήθηκε και με πτήσεις. Θεωρείται ο τελευταίος αλλά και ο σημαντικότερος των Πυθαγορείων. Κείμενα του Αρχύτα λέγεται ότι μελετούσε και ο Γαλιλαίος. Επίσης σε ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής, υπάρχει παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια λευκή σαΐτα από το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει.

Στην Ευρώπη ο χαρταετός εμφανίζεται γύρω στο 1400 μ.Χ. τον έφεραν εξερευνητές που είχαν επιστρέψει από την Ασία. Βέβαια εκείνοι οι αετοί δεν ήταν όπως τους ξέρουμε σήμερα. Κι αυτό γιατί για να γίνει ο χαρταετός χρειάζεται πολύ και λεπτό χαρτί, το οποίο ήταν είδος πολυτελείας εκείνη την εποχή. Γι' αυτό, οι αετοί κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα ήταν φτιαγμένοι από πανί, όπως τα πανιά των πλοίων.
Γραπτές αναφορές για την παρουσία αετού στην Ευρώπη συναντάμε σε γερμανικά έγγραφα του 1450. Αργότερα, το 1606, ένας Ισπανός κληρικός έγραφε στο ημερολόγιο του ότι τον χρησιμοποιούσαν σαν "παιχνίδι χαράς, την ημέρα του Πάσχα".

Έτσι οι χαρταετοί, παρόλο που στις μέρες μας τους συνδυάζουμε μόνο με το παιχνίδι, έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως από τον άνθρωπο για πολλούς σκοπούς. Τους χρησιμοποίησαν για ψάρεμα, για να διεξάγουν μετρήσεις, για στρατιωτικούς σκοπούς, ακόμα και για να διεξάγουν επιστημονικά πειράματα.

Στις μέρες μας η κατασκευή του χαρταετού είναι εύκολη υπόθεση.

Το πέταγμα του αετού την Καθαρή Δευτέρα είναι ένα όμορφο παιχνίδι, ένα γραφικό έθιμο, ένα πανηγύρι χρωμάτων στους ουρανούς μας.
ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ΕΠΙΛΕΧΘΗΚΕ Η ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΙΜΟ;
Ένα τραγουδάκι της εποχής του Αλεξίου Κομνηνού [βλ. Παραπανω τη Χαλκογραφια που εικονίζει τον Αλέξιο να δέχεται τον Γοδεφρίγο ντε Μπουγιόν], από τα παλαιότερα Ελληνικά δίστιχα , περιέγραφε ένα περιστατικό μιας συνωμοσίας εις βάρος του αυτοκράτορα:
Το Σάββατον της Τυρινής, χαρείς, Αλέξιε, εννόησες το,
και την ∆ευτέραν το πρωί, ύ
πα καλώς, γεράκι μου.
Πάει να πειί
Το Σάββατο της Τυρινής, να χαρείς, Αλέξιε, το εννόησες [οτι συνομοτούν εναντίον σου],
και την [Καθαρή] ∆ευτέρα το πρωί, ύπαγε [πήγαινε] στο καλό, γεράκι μου.
Ίσως οι Βυζαντινοί να εφάρμοζαν το έθιμο την Καθαρά Δευτέρα σε ανάμνηση του ιστορικού αυτού συμβάντος.

Αρατε πυλας

Προκειται για ενα δρωμενο της εκκλησιας που τελειται κατα την επιστροφή του επιταφιου


Ο Μωραϊτίδης, στο ωραίο του διήγημα «Άρατε Πύλας» διηγείται ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ο μπάρμπα-Κώστας, αποκαλούμενος και «Ολλαντέζος» για το ολλανδέζικο κασκέτο, που πάντα φορούσε, υπηρετούσε, απόμαχος πια ναυτικός, ως νεωκόρος, σε μια εκκλησία της Σκιάθου. «Κατέστη ειδικός, γράφει ο Μωραϊτίδης, εις μιαν υπηρεσίαν σπουδαίαν της εκκλησίας και ηγαπάτο από ολόκληρον την πολίχνην. Υπεκρίνετο περίφημα τον Άδην το Μέγα Σάββατον, κατά την επάνοδον του Επιταφίου. Είναι συνήθεια αρχαιοτάτη εις την νήσον … Τότε ο πρώτος των εφημερίων, προσεγγίζων εις τας πύλας, κελεύει … κράζων: «Άρατε πύλας, … Ο δε έσωθεν … υποκρινόμενος τον Άδην, ερωτά αυθαδώς: «Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;» … Εις ταύτην λοιπόν την παράστασιν κατέστη ειδικώτατος ο μπάρμπα-Κώστας … ώστε τρόμος κατελάμβανε το πλήθος, ότε ήκουε τας τρομεράς εκείνας ερωτήσεις του …»

Το πληρες κειμενο ειναι 
7 ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
8 τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ.
9 ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
10 τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος τῶν δυνάμεων αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.


Το κειμενο ειναι απο Ψαλμο 23 στ. 7-10

Αν το αρατε πυλας  σημαίνει σηκώστε τίς πορτες. (όμως δες τη λυση)
Ηταν δυνατο την πρωτη χλιετια οι τσομπανηδες εβραιοι να ειχαν δει τετοιες πορτες καστρων; Δικα τους καστρα τετοιου επιπεδου δεν ειχαν τοτε.  Ειδαν ομως τήν βαβυλώνα. Η μετοικεσια της Βαβυλώνος εγινε μετα την βασιλεια του Δαυιδ  και αφου εβασίλεψαν οι εξης
  1. Σολομών,
  1. Ροβοαμ,
  2. Αβια,
  3. Ασα,
  4. Ιωσαφατ,
  1. Ιωραμ,
  1. Οζιας,
  1. Ιωαθαμ,
  1. Αχάζ,
  1. Εζεκιας,
  1. Μανασής ,
  1.  Αμών
  1. Ιωσιας
  1. Ιεχονιας

Δηλαδη 14 γενιες βασιλεων μετα τον Δαυιδ οπου τοτε πιθανον οι  εβραιοι να ειδαν καποια εξελιγμενα οχυρωματικα εργα και τειχη στην Βαβυλωνα. 


Αν δουμε και τον King James (Official Anglican Bible)
9 Lift up your heads, O ye gates; even lift them up, ye everlasting doors; and the King of glory shall come in.

Στην ιταλική   έκδοση παλι οι πύλες αίρονται σηκωνονται (sollevare, alzatevi)
9 Sollevate, porte, i vostri frontali, alzatevi, porte antiche, ed entri il re della gloria.

H vulgata
levate portae capita vestra et erigite ianuae sempiternae et ingrediatur rex gloriae
Παλι χρησιμοποιεί το ρημα levare = σηκωνω και erigere  = επαίρω (erection)



Αυτο θα σήμαινε οτι οι πυλες ανεβοκατεβαιναν οπως αυτες των μεσαιωνικων φρουριων.

Η κατασκευη μιας θυρας τυπου portcullis (από το Γαλικό "porte coulissante" = ολισθαίνουσα θύρα  or gliding door)  προυπεθετε, εκτος απο ενα περίπλοκο μηχανισμό και ανάλογο υψος του κτιρίου ωστε να καλύπτεται  ο μηχανισμος και η πορτα, οταν ειναι ανοικτή.
Δεν ηταν κατι σαν τις κινητες γέφυρες  που βεβαια ειναι απλούστερες στην κατασκευή τους  αλλα για να ανοιξουν κατεβαινουν.

Τα καστρα που υπαρχουν στο ισραήλ σημερα ειναι μεταγενέστερα κατα χιλιετειες μετα την συγγραφη των στιχων.
Χτιστικαν κατα τις σταυροφοριες απο σταυροφορους, μουσουλμανους και αλλους εμπλεκομενους.

Αλλα και εκει οι πυλες εκλειναν μα βαρειες πορτες στρεφομενες με ρεζέδες οπως οι σημερινες κοινές πορτες. Δηλ. Δεν ανεβοκατέβαιναν,


Το Nimrod είναι ένας από τα μεγάλα φρουρια  του Ισραήλ. Ένα από τα μεγαλύτερα οχυρά από το Μεσαίωνα κάθεται μεγαλόπρεπα στην κορυφή του βουνού στα Υψώματα του Γκολάν κάτω από το εντυπωσιακό Όρος Hermon  και λίγα βήματα μακριά από το Banias .

Τα δικά μας  μυκηναικα τειχη ειχαν τετοιας μορφης πορτες. Ολες απο ξύλο γιατι καμια δεν σώθηκε.


Τελικη εξήγηση
Το αρατε δεν ειναι προστακτικη του αιρω  αλλα του αρασσω=κτυπω  και σημαινει κτυπήσατε 
Ο ψαλμωδος δεν μιλαει πουθενα για Αδη αλλα μαλλον για τις πυλες μιας πολεως.  Οι πυλες της πολεως δεν μπορει να ανοιγαν αιρομεναι δηλαδη  απο κατω προς τα πανω. Ηταν πελωριες πορτες με ρεζέδες οπως οι κοινές πορτες. Οταν εκλειναν αραρισκοντο.



Η προστακτικη άρασσε που απανταται στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη λεγεται και αραττε (με δύο ταυ)  Αριστοφάνης Εκκλησιάζουσαι (βλ παρακάτω)

ἀράσσω . Το α είναι ευφωνικό, ῥάσσω,  συγγ. του ῥήσσω
I. to strike hard, smite, (Hom. only has it in the compds. ἀπ-, συν-αράσσω); of horses, ὁπλαῖς ἀρ. χθόνα Pind.; θύρας ἀρ. to knock furiously at the door, κτυπω μανιωδως την πορτα  Eur.; ἀράσσειν στέρνα, κρᾶτα  to beat the breast, the head, in mourning, Lat. plangere, Aesch., Eur.; ἄρασσε μᾶλλον strike harder, κτυπα πιο δυνατά
Aesch.; ἀρ. ὄψεις, βλέφαρα Soph.
2. c. dat. modi, ἀράσσειν ὀνείδεσι κακοῖς to throw with reproaches or threats, i. e. fling them wildly about, id=Soph.
II. Pass. to be dashed against, πρὸς τὰς πέτρας Hdt.; πέτραις Aesch.

 βλ. σια και αράξαμε χτυπήσαμε στην ξηρά την τροπιδα του πλοιου μας.
Αράσσειν στέρνα κτυπώ τα στήθη μου (οδύρομαι, στηθοδερνομαι)



Το αρατε πυλας ειναι αράσατε πυλας δηλ. κτυπήστε τις πορτες  πραγμα που συναδει και με τις ενεργειες που γινονται την ωρα του δρωμενου: με το τρίτο 'Αρατε πύλας'  ο  παπας χτυπαει την πορτα με το ποδι του 
Ηχητικον

Η επιμαχη φραση απευθυνεται στους αρχοντες  ημων δηλαδη τους απ' έξω
Μ΄αλλα λογια, ο ψαλμωδός λέει " βροντήξτε αρχοντές μας τις πορτες  της πολης και να ανοιξουν για να μπει ο βασιλάς της δοξας, ο πολεμιστής"
Αυτό ακριβως γινεται και στο δρωμενο. 
Στο λήμα "θυρα"  του LJS (Λεξικο Liddel &Scott)
Βλεπουμε πως θύραν κόπτειν, πατάσσειν, κρούειν, knock, rap at the door, Id.Nu.132, Ra.38, Pl.Prt.310b; ἀράττειν, ἐπαράξαι, Ar.Ec. 977,

Οι λοιποι μετφραστες μετεφραζαν από το ελληνικο κειμενο και συνέχισαν την λανθασμενη ερμηνεια αρατε από τα αιρω και μετα θεωρησαν σκοπιμο να θεωρησουν ότι το επαρθητε πυλαι αιωνιοι προερχεται και αυτό από το αιρω  ενώ  προερχεται από το αραρισκω = προσδενω  και επ+αραρισκω=λύω  .

Γραῦς Α: οὗτος τί κόπτεις; μῶν ἐμὲ ζητεῖς;

Νεανίας: πόθεν;

Γραῦς Α: καὶ τὴν θύραν γ᾽ ἤραττες. (μα μου χτυπούσες τήν πόρτα)

 Αριστοφάνης - Εκκλησιαζουσαι

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

φόρος , Forum




ΣΗΜΑΣΙΑ
Μεσαιωνική (βυζαντινή Λέξη) που σημαίνει τον χώρο της αγοράς.


ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Από το λατινικό forum  πληθυντικός fora φόρα. Βλ. Φράσεις

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΑ
Το βυζάντιο διέθετε αρκετές αγορές που ονομάζονταν φόρα. Βλακωδώς δημιουργήθηκε και ο Όρος «φόρος» ως ενικός του φόρα (τουλάχιστον ας τον έλεγαν  το φόρον).
Ήρθε λαός αρίφνητος
Εγέμισεν ο φόρος
Στο ύστερο ο Ρωτόκριτος
ήσωσεν ασπροφόρος.


ΦΡΑΣΕΙΣ

Θα βγάλω  τ΄απλυτά σου στα φόρα.
ἤ θα τα βγάλω όλα στα φορα.

Φόρα = βγαiνει κάτι στα φόρα (από το λατ. Forum, Πληθ  fora) = Δημοσιεύεται, κοινωνιολογειται στην αγορά  (το φόρουμ) ἤ στις αγορές (φόρα) , δηλ.  γίνεται γνωστό σε όλους. 
Συνήθως τα άπλυτα βγαίνουν  στα φόρα, και τούτο αποτελεί ευτελισμό επειδή τα άπλυτα είναι συνήθως εσώρουχα που ίσως όντα άπλυτα αναδεικνύουν την αποστροφή προς την καθαριότητα των προγόνων.

Είναι λάθος να λέμε στη  φόρα , η φόρα είναι η αρχαία φορά, η  κατεύθυνση.

φορά, ἡ (φέρω)· I. 1. μεταφορά, σε Σοφ.· ψήφου φορά, το να δίνω σε κάποιον την ψήφο μου, ψηφοφορία, σε Ευρ. 2. κομιδή χρημάτων, μισθός, σε Θουκ., Ξεν. 3. καρποφορία, παραγωγή, σε Πλάτ. II. 1. (από Παθ. φέρομαι), δημιουργία ή κίνηση κατά μήκος, κίνηση, φορά, ἡ τῶν ἄστρων φορά, σε Πλάτ. 2. βιαστική κίνηση, ορμή, Λατ. impetus, σε Δημ. III. 1. (επίσης από Παθ.), φερόμενο, φορτίο, μεταφορά, βάρος, σε Πλούτ. 2. αυτό που φέρεται ή πληρώνεται ως εισφορά ή φόρος, σε Θουκ., Ξεν. κ.λπ. 3. αυτό που παράγεται, φρούτο, παραγωγή, καρπός, σοδειά, σε Αριστ.· μεταφ., φορὰ προδοτῶν, μεγάλο πλήθος προδοτών, σε Δημ.
Σημερα φὀρα 1. κίνηση που χαρακτηρίζεται από ταχύτητα, ορμή, δύναμη: Tο αυτοκίνητο έφυγε από το δρόμο κι έπεσε με όλη του τη φὀρα πάνω σ΄ ένα φράχτη. 2. (συχνά για αθλητή) κίνηση που συνίσταται: α. στη διάνυση μιας απόστασης με γρήγορο τρέξιμο. β. στην περιστροφική συνήθ. κίνηση του σώματος, έτσι ώστε να αποκτηθεί η κατάλληλη ταχύτητα προκειμένου να επιχειρηθεί άλμα ή ρίψη· παλμός: Ο επικοντιστής / ο τριπλουνίστας / ο δισκοβόλος πήρε φὀρα  για την τελευταία του προσπάθεια. ΦΡ παίρ νω φὀρα , παίρνω θάρρος, ξεκινώ ορμητικά: Πήρε φὀρα  κι άρχισε να μιλάει χωρίς τελειωμό. Είναι ντροπαλός, μα όταν πάρει φὀρα , δεν τον σταματάει κανείς. κόβω τη φὀρα κάποιου, του βάζω φραγμό, του κόβω την ορμή για ενέργειες, δραστηριότητες: Ξεκίνησε με μεγάλη διάθεση αλλά του ΄κοψαν τη φὀρα .

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η αγορά  της Ρώμης - Forum  (Για τα Ρωμαικα φορα δες παρακάτω
Latin Word Study Tool )


Τα πιο διάσημα φόρα της Κωνσταντινούπολης  ευρισκόντουσαν επι της Μέσης οδού. Βλ. Δημοσιευμά μου «Ἐν Μέσῃ ὀδῷ»
«Μέση οδός» ονομάζετο ο δρόμος που ξεκινούσε από το Μίλλιον, (εκεί ήταν η Αγία Σοφία, ο Ιππόδρομος, το Αυγουσταίο, τα Λουτρά του Ζευξίππου), και περνούσε από τον Φόρο (αγορά) του Κωνσταντίνου, το Τετράπυλον, τον Φόρο του Θεοδοσίου (ή του Ταύρου),του φόρο του Αμαστριανού,  τον Φόρο του Βοός, τον Φόρο του Αρκαδίου, την Παλαιά Χρυσή Πύλη των τειχών του Κωνσταντίνου, περνούσε απο το Σίγμα και έφτανε μέχρι την Ξυλόκερκον [Πύλη] που λέγονταν και «Δευτέρα Στρατιωτική».


Latin Word Study Tool
forum
an open space, public place, court, market-place
(Show lexicon entry in Lewis & Short Elem. Lewis) (search)
fora
noun pl neut acc
fora
noun pl neut nom
fora
noun pl neut voc


fŏrum , i, (archaic form fŏrus , i, m., to accord with locus, Lucil. ap. Charis. p. 55 P., and ap. Non. 206, 15; Pompon. ib.), n. etym. dub.; perh. root Sanscr. dhar-, support; dhar-as, mountain, etc.; Lat. forma, fortis, frenum, etc.; lit., a place or space with set bounds, Corss. Ausspr. 1, 149,
I. what is out of doors, an outside space or place; in partic., as opp. the house, a public place, a market-place, market (cf.: macellum, emporium, velabrum): forum sex modis intelligitur. Primo, negotiationis locus, ut forum Flaminium, forum Julium, ab eorum nominibus, qui ea fora constituenda curarunt, quod etiam locis privatis et in viis et in agris fieri solet. Alio, in quo judicia fieri, cum populo agi, contiones haberi solent. Tertio, cum is, qui provinciae praeest, forum agere dicitur, cum civitates vocat et de controversiis eorum cognoscit. Quarto, cum id forum antiqui appellabant, quod nunc vestibulum sepulcri dicari solet. Quinto, locus in navi, sed tum masculini generis est et plurale (v. forus). Sexto, fori significant et Circensia spectacula, ex quibus etiam minores forulos dicimus. Inde et forare, foras dare, et fores, foras et foriculae, id est ostiola dicuntur, Paul. ex Fest. p. 84 Müll.
I. In gen., an open space.
B. The part of the wine-press in which the grapes were laid, Varr. R. R. 1, 54, 2; Col. 11, 2, 71; 12, 18, 3.—
C. Plur.: fora = fori, the gangways of a ship, Gell. ap. Charis. 55 P.—
II. In partic., a public place, market-place.
(a). forum boarium , the cattlemarket, between the Circus Maximus and the Tiber, Varr. L. L. 5, § 146 Müll.; Paul. ex Fest. p. 30, 5; Liv. 21, 62, 2; Plin. 34, 2, 5, § 10; Tac. A. 12, 24; cf. Ov. F. 6, 477. A part of this was probably the forum suarium , Dig. 1, 12, 1, § 11.—
(b). forum olitorium , the vegetable-market, south of the theatre of Marcellus, between the Tiber and the Capitoline hill; “here stood the columna lactaria, at which infants were exposed,” Varr. L. L. 5, § 146 Müll.; Liv. 21, 63, 3; Tac. A. 2, 49; Paul. ex Fest. p. 118, 6. Here was probably the forum coqui-num also, in which professional cooks offered their services in preparing special entertainments, Plaut. Ps. 3, 2, 1.—
(g). fo-rum piscarium (or piscatorium ), the fish-market, between the basilica Porcia and the Temple of Vesta, Varr. L. L. 5, § 146 Müll.; Plaut. Curc. 4, 1, 13; Liv. 26, 27, 3; 40, 51, 5; Col. 8, 17, 15.—
(d). forum cuppedinis , the market for dainties, between the via sacra and the macellum, Varr. L. L. 5, § 186 Müll. Cf. the similar market in another town, App. M. 1, p. 113, 30 (dub. Hildebr. cupidinis).—Of places where markets were held, a market-town, market-place: “L. Clodius, pharmacopola circumforaneus, qui properaret, cui fora multa restarent, simul atque introductus est, rem confecit,” Cic. Clu. 14, 40: “oppidum Numidarum, nomine Vaga, forum rerum venalium totius regni maxime celebratum,” Sall. J. 47, 1.—Prov.: Scisti uti foro, you knew how to make your market, i. e. how to act for your advantage, Ter. Phorm. 1, 2, 29; v. Don. ad loc.—
B. The market-place, forum, in each city, as the principal place of meeting, where public affairs were discussed, courts of justice held, money transactions carried on: “statua ejus (Anicii) Praeneste in foro statuta,” Liv. 23, 19, 18; hence also, transf., to denote affairs of state, administration of justice, or banking business. In Rome esp. the forum Romanum, Plin. 3, 5, 9, § 66; Tac. A. 12, 24; called also forum magnum, vetus, or, oftener, absol., forum, Liv. 1, 12, 8; 9, 40, 16; Cic. Att. 4, 16, 14 et saep.; a low, open artificial level, about six hundred and thirty Parisian feet long, and rather more than a hundred wide, between the Capitoline and Palatine hills, surrounded by porticos (basilicae) and the shops of money-changers (argentariae), in later times surrounded with fine buildings, and adorned with numberless statues (cf. on it Becker's Antiq. 1, p. 281 sq., and Dict. of Antiq. p. 451): “in foro infumo boni homines atque dites ambulant,” Plaut. Curc. 4, 1, 14: “in foro turbaque,” Cic. Rep. 1, 17: “arripere verba de foro,” to pick them up in the street, id. Fin. 3, 2, 4: “in vulgus et in foro dicere,” id. Rep. 3, 30 (Fragm. ap. Non. 262, 24): “cum Decimus quidam Verginius virginem filiam in foro sua manu interemisset,” id. Rep. 2, 37: “in forum descendere,” id. ib. 6, 2 (Fragm. ap. Non. 501, 28): “foro nimium distare Carinas,” Hor. Ep. 1, 7, 48: “fallacem Circum vespertinumque pererro Saepe forum,” id. S. 1, 6, 114: “forumque litibus orbum,” id. C. 4, 2, 44: “Hostes in foro ac locis patentioribus cuneatim constiterunt,” Caes. B. G. 7, 28, 1: “gladiatores ad forum producti,” id. B. C. 1, 14, 4: “ut primum forum attigerim,” i. e. engaged in public affairs, Cic. Fam. 5, 8, 3: “studia fori,” Tac. Agr. 39: forum putealque Libonis Mandabo siccis, adimam cantare severis, i. e. the grave affairs of state, Hor. Ep. 1, 19, 8.—Of administering justice in the forum: NI PAGVNT, IN COMITIO AVT IN FORO ANTE MERIDIEM CAVSAM CONICITO, Fragm. XII. Tab. ap. Auct. Her. 2, 13, 20: “ut pacem cum bello, leges cum vi, forum et juris dictionem cum ferro et armis conferatis,” Cic. Verr. 2, 4, 54 fin.: “quod (tempus) in judiciis ac foro datur,” Quint. 10, 7, 20: “nec ferrea jura Insanumque forum aut populi tabularia vidit,” Verg. G. 2, 502: “forum agere,” to hold a court, hold an assize, Cic. Att. 5, 16, 4; cf. id. Fam. 3, 6, 4: “lenta fori pugnamus harena,” Juv. 16, 47; cf. vv. sqq.—Poet. transf.: “indicitque forum et patribus dat jura vocatis,” Verg. A. 5, 758: “civitates, quae in id forum convenerant,” to that court - district, Cic. Verr. 2, 2, 15, § 38: “extra suum forum vadimonium promittere,” beyond his district, id. ib. 2, 3, 15, § “38.—Prov.: egomet video rem vorti in meo foro,” is pending in my own court, affects me nearly, Plaut. Most. 5, 1, 10: “in alieno foro litigare,” i. e. not to know what to do, which way to turn, Mart. 12 praef.—Of the transaction of business in the forum: “haec fides atque haec ratio pecuniarum, quae Romae, quae in foro versatur,” Cic. de Imp. Pomp. 7, 19: “quousque negotiabere? annos jam triginta in foro versaris,” id. Fl. 29, 70: “sublata erat de foro fides,” id. Agr. 2, 3 fin.: “nisi, etc. ... nos hunc Postumum jam pridem in foro non haberemus,” i. e. he would have been a bankrupt long ago, id. Rab. Post. 15, 41: cedere foro, to quit the market, i. e. to become bankrupt, Sen. Ben. 4, 39; Dig. 16, 3, 7, § 2; Juv. 11, 50; cf. Plaut. Ep. 1, 2, 16. Justice was administered in Rome not only in the forum Romanum, but also, in the times of the emperors, in the forum (Julii) Caesaris (erected by Julius Caesar, Suet. Caes. 26; Plin. 36, 15, 24, § 103; 16, 44, 86, § 236) and in the forum Augusti (erected by the Emperor Augustus, Suet. Aug. 29, and adorned with a fine ivory statue of Apollo, Plin. 7, 53, 54, § 183; Ov. F. 5, 552; id. Tr. 3, 1, 27); “called simply forum,” Juv. 1, 128 (where Apollo is called juris peritus, in allusion to the judicial proceedings held here); hence, circumscriptiones, furta, fraudes, quibus trina non sufficiunt fora, Sen. de Ira, 2, 9, 1; so, “quae (verba) trino juvenis foro tonabas,” Stat. S. 4, 9, 15; and: “erit in triplici par mihi nemo foro,” Mart. 3, 38, 4: “vacuo clausoque sonant fora sola theatro,” Juv. 6, 68.—
C. Nom. propr. Fŏrum , a name of many market and assize towns, nine of which, in Etruria, are named, Plin. 3, 15, 20, § 116. The most celebrated are,
1. Forum Ăliēni , a town in Gallia Transpadana, now Ferrara, Tac. H. 3, 6.—
2. Forum Appii , a market-town in Latium, on the Via Appia, near Tres Tavernae, now Foro Appio, Cic. Att. 2, 10; Plin. 3, 5, 9, § 64; Hor. S. 1, 5, 3; Inscr. Orell. 780 al.
3. Forum Aurēlium , a small city near Rome, on the Via Aurelia, now Montalto, Cic. Cat. 1, 9, 24.—
4. Forum Cornē-lium , a town in Gallia Cispadana, now Imola, Cic. Fam. 12, 5, 2.—Hence, Foro-corneliensis , e, adj.: “ager,” Plin. 3, 16, 20, § 120.—
5. Forum Gallōrum , a town in Gallia Cispadana, between Mutina and Bononia, now Castel Franco, Cic. Fam. 10, 30, 2.—
6. Forum Jūlii , a town in Gallia Narbonensis, a colony of the eighth legion, now Frejus, Mel. 2, 5, 3; Plin. 3, 4, 5, § 35; Planc. ap. Cic. Fam. 10, 15, 3; 10, 17, 1; Tac. H. 3, 43.—Deriv.: Forojulien-sis , e, adj., of or belonging to Forum Julii, Forojulian: “colonia,” i. e. Forum Julii, Tac. H. 2, 14; 3, 43.—In plur.: Forojulien-ses , inhabitants of Forum Julii, Forojulians, Tac. Agr. 4.—
7. Forum Vŏcōnii , 24 miles from Forum Julii, in the Pyrenees, now, acc. to some, Le Canet; acc. to others, Luc, Cic. Fam. 10, 17, 1; 10, 34, 1; Plin. 3, 4, 5, § 36.