Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΟΥΡΔΙΖΩ

ΚΟΥΡΔΙΖΩ
ΚΟΥΡΔΙΣΤΗΚΕ-ΤΟΝ ΚΟΥΡΝΤΙΣΑΝΕ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ
κ. κουρδίζω ρ. (κούρντ-ισα, -ίστηκα, -ισμένος) τεντώνω τις χορδές μουσικού οργάνου στον κατάλληλο τόνο | θέτω σε κίνηση μηχανισμό: κουρντίζω το ρολόι μου | (μτφ.) διοργανώνω: κουρντίσανε ένα σπουδαίο γλέντι | ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί | (μέσ.) κουρντίζομαι, στολίζομαι, φορώ τα καλά μου
(Τεγόπουλος - Φυτράκης – ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ.)

Νομίζω ότι το κουρδίζω με την έννοια του ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ με τις λοιπές εκφράσεις.
Βλ. Ιωαν. Σταματάκου ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Σκοροδίζω =διατρέφω με σκόρδον // εις αλέκτρορας προοριζόμενους δια αλεκτορομαχίας δίδω ως κύρια τροφή (ολίγον προ της μονομαχίας)σκόρδον το οποίο τους παροξύνει προς την μάχην.
Το «σκοροδίζω» > τους σκοροδίζεις > τους κοροδίζεις > τους κορδίζεις> τους κουρδίζεις.
Η έκφραση είναι αρκετά παλιά για να μην έχει σχέση με το «θέτω σε κίνηση μηχανισμό» και φυσικά έχει πολύ λίγη σχέση με την προετοιμασία μουσικού οργάνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: