Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

ΙΣΑ ΡΕ ΜΑΓΚΑ!

Αυτο το ΙΣΑ δεν ειναι το ΙΣΙΑ = ευθεία, αλλα η προστακτική του Ιταλικου ρηματος  issare (Gal. hisser, Αγγλικο hoist) που σημαίνει ανασηκώνω. Ο ορος ειναι ναυτικός.

Ισα ρε μαγκα σημαινει σηκω ή σηκωσε [εαυτον] και φυγε γιατί αυτα που κάνεις εγω δεν τα ανέχομαι, δεν τα σηκωνω αυτα.

Απο το Ετυμ. Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη
ισα βαρκα ισα πανια = εμπρος η βάρκα, σηκωσε τα πανια

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Αποτρόπαιο, τρόπαιο, αποτροπιασμός


Αποτρόπαιο, τρόπαιο, αποτροπιασμός και δεν συμμαζεύεται

Το τρόπαιο    στην αρχαιότητα ήταν  μνημείο που στηνόταν από τους νικητές στον τόπο της μάχης, συνήθως ένας σωρός από λάφυρα
Αλλά τρόπαιο είναι  οποιοδήποτε αντικείμενο συμβολίζει μια νίκη ή επιτυχία, πολεμική, αθλητική ή άλλου είδους. (Αγγλ. Trophy)
Το τρόπαιο λειτουργούσε ως φόβητρο που έτρεπε σε φυγή τους εχθρούς.
Το τρόπαιο <αρχ. Ρ.  τρέπω = αλλάζω την κατεύθυνση
Ο φέρων τρόπαια, ο νικητής λεγόταν τροπαιοφόρος ή τροπαιούχος.

Αποτρόπαιο καλούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες το κάθε τι που μπορούσε να τρέψει σε φυγή κάποιον. Αυτό το πετύχαινε γιατί είχε τρομακτική μορφή ή θεϊκή δύναμη ή και τα δύο.
Ένα από τα πιο γνωστά αποτρόπαια ήταν η κεφαλή της Μέδουσας. Οποίος την έβλεπε μαρμάρωνε.
Ο Περσέας του την αποκεφάλισε την πλησίασε καρκινοβατώντας (με την όπισθεν) και της έκοψε το κεφάλι κυττάζοντας μέσα από την καλογυαλισμένη ασπίδα του χρησιμοποιώντας την σαν καθρέφτη.
Φυσικά όλα αυτά έγιναν και με την βοήθεια της Αθηνάς (συν Αθήνα και χείρα κινεί) που δεν την χώνευε την Μέδουσα. Τσακωνόντουσαν για το ποια είναι η πιο όμορφη.

[ΝΕΟ] Τα αποτρόπαια έμπαιναν και σε ασπίδες και στα ακροπρωρα των πλοιων. Δες το βιβλιο μου "... και ρίξτο στο γιαλο"

Αποτρόπαια μπορούν να θεωρηθούν τα φυλακτά (κυρίως το Τίμιο Ξύλο, τα Αγια λείψανα, εικόνες κλπ ) που υποτίθεται ότι αποτρέπουν εχθρούς, σφαίρες άλλα και πάσα νόσον και πάσαν μαλακίαν.

Γραμματολογικά η λέξη αποτρόπαιο είναι ουσιαστικό.

Η Μέδουσα είναι μετοχή του «μέδω» που σημαίνει άρχω, είμαι κύριος.

Από το αποτρόπαιο προέκυψε το ρήμα «αποτροπιαζω» και το ουσιαστικό «αποτροπιασμός».

Ο Καθ. Γ. Μπαμπινιώτης στο ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ του ορίζει το «αποτροπιασμός» : Τελετή για την αποτροπή του κακού και αντίστοιχα «αποτροπιάζω» : τελώ τον αποτροπιασμό.

Αντίθετα οι ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ – ΦΥΤΡΑΚΗΣ στο ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ισχυρίζονται πως αποτροπιασμός σημαίνει έντονη αποστροφή, φρίκη.

Ο Σταματάκος στο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ αποτρόπαιον ονομάζει αυτόν που τρέπει σε φυγή κάποιον.

Εγώ πιστεύω ότι ο Μπαμπινιώτης έχει δίκαιο. Είναι φανερό ότι η τελετή του αποτροπιασμού δημιουργούσε και ανάλογα συναισθήματα. Όταν οι τελετές αυτές (ειδωλολατρικές επί το πλειστον) σταμάτησαν, η κυριολεξία του αποτροπιασμού έμεινε μόνον για να δηλώσει την συναισθηματική αυτή κατάσταση.

Αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε δεν μπορούμε να λέμε «εξέφρασε τον αποτροπιασμό του». Μια τελετή «τελείται» δεν «εκφράζεται». Όμως ποιος κυτταζει τα ψιλά γράμματα; Καθημερινά οι πάντες εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους. Έχουν τόσες ευκαιρίες! Γιατί να το κρύψομεν άλλωστε!

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Εγινε το μάτι του "γαρίδα"


Το λέμε για κάποιον που άρχισε να παρατηρεί πολύ έντονα, εστιασμένα και προσεκτικά κάτι (συνήθως κάποιο εύχυμο θηλυκό). Το πλήρες και σωστό κείμενο θα ήταν "έγινε το μάτι του σαν το μάτι της γαρίδας" δηλαδή γούρλωσε. Όμως υπάρχει κάποια ιδιαίτερη γαρίδα:
Η γαρίδα ΜΑΝΤΙΣ είναι το μόνο ζώο στον κόσμο που είναι γνωστό για την ικανότητα του να βλέπει όλα τα χρώματα του φάσματος. Βλέπει καλύτερα από τον άνθρωπο και τα εξασκημένα μάτια της βλέπουν τόσο το υπέρυθρο όσο και το υπεριώδες φως. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι αυτό το οστρακοειδές, που ζει στα βράχια, μπορεί να δει ακόμα κι ένα είδος φωτός που λέγεται «πολωμένο» και που κανένα άλλο ζώο δεν είναι σε θέση να δει. Αυτή την περίεργη και ειδική γνώση δεν την έχει βέβαια στο νου του ο λαός όταν λέει την έκφραση. (την βρήκα στο "ΑΚΡΩΣ ΤΡΕΛΛΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ" του Jan Peyne - Εκδ,. Σαββάλας - Αθήνα 2009 [35]). Έχει στο νου του τις γαρίδες της ψαραγοράς. Η έκφραση θα εκλείψει άπλα γιατί με την τρέχουσα τιμή της γαρίδας (38 € το κιλό) θα εκλείψουν οι γαρίδες από το οπτικό πεδίο των νεοελλήνων.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Week-end ή Σαββατοκύριακο;


Μέσα στα πλαίσια της υποταγής μας στην Αγγλική (ή καλύτερα αμερικάνικη)  κουλτούρα ξεφύτρωσε και ο όρος «Week-end»  αντί του Ελληνικού «Σαββατοκύριακο». Ο όρος «Week-end»  είναι, έκτος από ξενόφερτος, και λανθασμένος. Η εβδομάδα αρχίζει από την Κυριακή (Νο 1) και τελειώνει το Σάββατο (Νο 7). Υπενθυμίζω την εντολή «τη δε ήμερα τη εβδόμη Σάββατα Κυριω τω θεώ σου» (ΕΞΟΔΟΣ Κεφ. Κ στ 9-10)

Η πρώτη ήμερα της εβδομάδας είναι η Κυριακή. Γι΄αυτό η επομένη ονομάζεται Δευτέρα, και η επομένη Τρίτη κ.ο.κ.
Την  Κυριακή πρέπει να περιμένουμε 5 ήμερες ακόμα για να έρθει το τέλος της εβδομάδας  (επί λέξει «week-end»).
Το  τέλος της εβδομάδος πρέπει να είναι μια ημέρα. Δεν μπορεί να είναι δύο ήμερες γιατί τότε θα παίξουμε την «κολοκυθιά» (γιατί να μην είναι και τρεις ). Η εβδομάδα διαιρείται σε 7 μέρες (γι αυτό λέγεται και εβδομας) και φυσικά το τέλος της είναι η εβδόμη ήμερα  δηλ. Το Σάββατο (Week-end).

Το Σαββατοκύριακο  είναι η ομάδα των δυο ήμερων εκ των οποίων η μεν πρώτη είναι το πέρας μιας εβδομάδας και η δεύτερη η έναρξη  της επομένης. Αφού αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο σαν μια συνεχή γραμμή, δεν είναι σωστό να θεωρούμε το κεφάλι και την ουρά της εβδομάδας σαν δυο συνέχεις μέρες.
Η έκφραση «κυνηγάω την ουρά μου» λέγεται για να δηλώσει μια ατελέσφορη προσπάθεια.


Όταν λοιπόν φίλοι ή συνάδελφοι σου εύχονται «Happy week-end» και εννοούν «Καλό Σαββατοκύριακο», εσύ πρέπει κανονικά να θεωρήσεις ότι σου λένε «καλό Σάββατο» και να ρωτήσεις «Για την Κυριακή δεν θα μου πείτε καμιά ευχή;»

Ας αφήσουμε λοιπόν τις Αγγλικούρες και να λέμε το σωστό και Ελληνικό «Σαββατοκύριακο»

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ

Ατός εποταμίεντον κι ο άλλος "ντο άσπρον κώλον έχεις!"
Αυτός παρασέρνονταν από το το ποτάμι και ο άλλος (του έλεγε) "τι ασπρο κώλο που έχεις!"
Ποντιακή έκφραση που δηλώνει την πλήρη αδιαφορία για το τι συμβαίνει στους άλλους.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Παρομοιώσεις της ομιλουμένης

Η παρομοίωση είναι ένας τρόπος για να κάνουμε εναργέστερο ένα μήνυμα χρησιμοποιώντας μια λέξη κλειδί που συνήθως έχει γνωστά και αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά. Οι παρομοιώσεις περιλαμβάνουν ένα "σαν ..." ή "ως ... " και αναφέρονται σε ιδιότητες προσώπων ή πραγμάτων αλλά και σε καταστάσεις ή ενέργειες. Πολλές φορές και το "σαν" παραλέιπεται ως ευκόλως εννούμενο πχ. έγινε λαγός, έκανε την καρδία του πέτρα. Εξετάζουμε τις συνήθεις προφορικές παρομοιώσεις. Οι παρομοιώσεις στον έντεχνο γραπτό λόγο (πεζό ή έμμετρο) είναι πάρα πολλές. Καταθέστε τις δικές σας παρομοιώσεις στο aris@stougiannidis.gr


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΝΕΡΑ - Μιά κοπέλλα σαν τα κρύα τά νερα
ΜΑΥΡΟΣ - Μαύρος σαν κατράμι , ή κοράκι
ΑΣΠΡΟΣ - Ασπρος σαν το γάλα
ΤΑΥΡΟΣ - Δυνατός σαν ταύρος
ΚΑΛΑΜΙΑ - Εμεινε μόνη σαν καλαμιά στον κάμπο
ΜΗΛΟ - Ητανε πιά η χήρα σαν μήλο μαραμένο
ΧΑΡΑ - Μέχρι χθες ήτανε σαν την καλή χαρά
ΑΗ-ΓΙΑΝΝΗΣ - Με την δίαιτα έγινε σαν τον Αη Γιάννη τον Νηστευτή.



ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΜΕ ΖΩΑ
ΣΚΥΛΟΣ ΜΕ ΓΑΤΑ - Τσακώνωνται σαν το σκύλο με τη γάτα
ΜΑΥΡΟΣ - Μαύρος σαν κοράκι
ΣΚΥΛΟΣ - Δουλεύει σαν το σκυλί
ΤΡΙΧΑ - Τον πέταξε σαν την τρίχα από το ζυμάρι
ΛΕΜΟΝΟΚΟΥΠΑ - Τον πέταξε σαν στιμένη λεμονόκουπα
ΧΙΟΝΙΑ - Βρέ σαν τα χιόνια!
ΦΑΝΤΗΣ - Πετάχτηκε ξαφνικά σαν τον Φάντη μπαστούνι
ΓΑΤΑ - Έφαγε την κατσάδα του και γύρισε σα βρεγμένη γάτα.
ΣΚΥΛΟΣ - Ηρθε σαν δαρμένος σκύλος
ΤΡΩΩ ΛΥΚΟΣ - Πεινούσε πολύ πού έφαγε σαν λύκος
ΠΕΙΝΑΩ ΛΥΚΟΣ - Βάλε κάτι να φάω γιατί πεινάω σαν λύκος
ΤΡΕΧΩ ΛΑΓΟΣ - Μολις ακουσε τους ενοικους να επιστρέφουν ο διαρήκτης εγινε λαγός.
ΠΑΠΙΑ - Αργήσαμε για τι μπροστά μας ηταν ενας σε μια σακαράκα που πήγαινε σαν την πάπια.
ΛΙΟΝΤΑΡΙ - Το 40 οι Ελληνες πολέμησαν σαν λιοντάρια
ΛΑΧΑΝΙΑΖΩ ΣΚΥΛΙ - Ετρεχε και λαχάνιασε σαν το σκυλί

ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΒΟΔΙ - Ημουν τόσο κουρασμένος που κοιμήθηκα σα βόδι
ΤΑΥΡΟΣ - Δυνατός σαν ταύρος
ΚΟΙΤΩ ΧΑΝΟΣ - Τι με κοιπάς με ενοικτο το στομα σαν χάνος

ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

ΚΑΠΝΙΖΩ ΤΟΥΡΚΟΣ - Πως να το κόψει; Αυτος καπνίζει σαν Τούρκος! ἤ σαν αράπης
ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΑΙ ΚΑΤΑΡΑ - Δεν εχει δουλειά να κάνει και γυρίζει σαν την άδικη κατάρα

ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ - Αυτή την δουλειά την σιχαίνομαι σαν τις αμαρτίες μου
ΔΙΑΒΟΛΟΣ - Τον φοβάται οπως ο διάβολος το λιβανι

ΠΕΤΡΑ - Εκανα την καρδιά μου πέτρα και συνέχισα να εργάζομαι μετά το θάνατο του άντρα μου.

ΙΟΥΔΑΙΟΣ - Αλήτης! Γυριζει σαν το περιπλανώμενο Ιουδαίο
ΣΤΑΥΡΩΝΩ -Με σταυρώνει σαν το Χριστο
ΥΠΟΜΟΝΗ - Εκανα υπομονη σαν τον Ιωβ (ἤ ιώβειος υπομονή).
ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ - Γυρισε σπιτι ως ο ασωτος υιος.
ΦΡΟΝΤΙΖΩ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ - Πρώτα την εσπασε στο ξύλο και μετά το παίζει "ο καλός σαμαρείτης"

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Πλήθος Αγγέλων ψάλλουσι ....

Πλήθος Αγγέλων ψάλλουσι ....

... αντι του ορθου «ψάλλει» (το πλήθος ψάλλει), παντως παραδεκτή σαν εκφραση. Πρβλ. «ο κόσμος χτίζουν εκκλησιές» (Δημοτικό Ποιήμα) ή «Στου παπα-Λάμπρου την αυλή κοσμος ειναι μαζεμένοι» (Η παπαλάμπραινα – Δημοτικο Τραγουδι)

Τι σημαίνει ομως «Ψάλλω»

Ψάλλω: (επιτατικο του ψάω) : ψαύω, ψηλαφώ,εγγίζω, θιγων τι το θετω σε κινηση, ελκω τι και ειτα το αφίνω να επανέλθει εις την θέσιν του. (πχ. «τόξου νευράν ψάλλω»)

Ψάλτης: ο ψάλλων, ο παίζων εγχορδον όργανον, ο κιθαριστής.

Ι. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΣ, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. σελ. 1129

Τωρα κατάντησε ο ψάλτης να ειναι αυτος που τραγουδάει στην εκκλησιά και μόνο, χωρίς να κάνει χρήση μουσικών οργάνων. Εκ παραδόσεως δεν χρησιμοποιούνται μουσικά όργανα στις ορθοδοξες εκκλησιές.

Μια τεοια αναλογη μεταπτωση του νοηματος της λεξης εχουμε και στην «αιθουσα». Λεγαμε πχ. «Απαγορευεται το καπνισμα εντος της αιθουσης» ενω αιθουσα (εννοείται στοά) ειναι μεχτοχη του αιθω=φλεγομαι, με καπνο σηλ.σημαινει «αυτη που καπνιζει» βλ αιθω, αιθαλη, Αιτνα κλπ.

ΨΑΛΤΗΡΙΟ

To ψαλτήριο είναι ένα έγχορδo μουσικό όργανο της οικογένειας της άρπας ή του σαντουριού. Το ψαλτήριο της Αρχαία Ελλάδας (επιγόνειο) χρονολογείται τουλάχιστον από το 2800 π.Χ., όταν ήταν ένα οργανο σαν άρπα. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική ψαλτήριον "έγχορδο μέσο, ψαλτήριο, άρπα» και αυτό από το ρήμα ψάλλω που σημαινει "αγγίζω απότομα, να βρούμε, έλξη, τράβηγμα" και στο περίπτωση της χορδές των μουσικών οργάνων, "να παιξει μουσικη έγχορδα μέσο με τα δάχτυλα, και οχι με το πληκτρο".



Στην Βίβλο το "ψαλτήριο", και πληθυντικό του, "ψαλτήρια", χρησιμοποιείται για να μεταφράσει την keliy Εβραϊκά (
כלי) στον Ψαλμό 70:22

22 κα γρ γ ξομολογσομα σοι ν σκεει ψαλμο τν λθειν σου, Θες· ψαλ σοι ν κιθρ, γιος το ᾿Ισραλ

και 16:5 (נבל) σε Ι Σαμουήλ 10:5? 2 Σαμουήλ 6:5? I Βασιλέων 10:12? I 13:8 Χρονικών 15:16, 20, 28? 25:1, 6? II 5:12 Χρονικών 9:11? 20:28? 29:25, Νεεμίας 12:27, Ψαλμοί 33:2? 57:6? 81:2? 92:3? 108:2? 144:9 και 150:3 και ψαλτήριο σε Δανιήλ 3:5, 7, 10, και 15.

Στην χριστιανική εποχή ένα ψαλτήριο αποτελείται από ένα επίπεδο ηχείο με πολλές προ-συντονισμένες χορδές που ένυσσαν (γρατσουνούσαν) οι ψάλτες με τα νύχια. Ήταν επίσης γνωστό ως «κανών», όνομα από την ελληνική λέξη κανών που σημαίνει κράτος (κάτι που επικρατεί, και, επίσης, "τρόπος"). Η σύγχρονη ελληνική λαϊκή εκδοση του όργανου καλείται από το υποκοριστικό της, κανονάκι.

Το όργανο είναι συνήθως αρκετά μικρό και είναι φορητό. Απεικονίζεται σε μια σειρά από έργα τέχνης από την Μεσαιωνική Περίοδο.

Τον 19ο αιώνα διάφορες μορφές τέθηκαν σε χρήση, κυρίως το σαντούρι και η κιθάρα το σιτάρ.

Στον 20ο αιώνα, το ψαλτήριο έχει τεθεί σε ευρεία χρήση. Έχει ένα τραπεζοειδές σχήμα που επιτρέπει να ιχθύ ή να χτυπηθεί κάθε χορδής

Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να δηλώσει συλλογή ψαλμών. Αυτό είναι λάθος! Μια συλλογή ψαλμών όφειλε να λέγεται «Ψαλμολογιον» (όπως ανθολόγιον, εορτολόγιον, υμνολόγιον)

Ο ψαλμο εναι ργο το γίου Πνεύματος. νας γιορείτης Γέροντας κρατώντας τ ψαλτήρι λεγε:" Θεός σκυψε κα επε στ παιδί του τν Δαβίδ ατά πο θέλει ν' κούη"!

http://www.arxontariki.net/viewtopic.php?f=62&t=2077

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Χριστουγεννιάτικο Λεξιλόγιο

Άγιες Μέρες έρχονται και διάφορες λεξούλες ξεπηδάνε και μου τριβελίζουν το μυαλό. Είχα παλιότερα ασχοληθεί με τα Χριστούγεννα που θα ήταν πιο σωστό να λέγονται η Χριστού γέννα. Επειδή είμαι εκ φύσεως αμφισβητίας σκέπτομαι πως και το χριστού γέννα είναι λάθος. Από τα βιβλικά κείμενα οι άνδρες γεννούν και οι γυναίκες τίκτουν. Αρκεί να διαβάσετε τις περιβόητες γενεές δεκατέσσαρες, όπου το «εγέννησε» , που αναφέρεται σε άνδρες, πάει σύννεφο. (Ματθ. Α. Στ.2-16) ενώ στο ίδιο κεφάλαιο (στ. 23) αναφέρεται «ιδού η παρθένος εν γαστρι εξει και τέξεται υιον ...» και παρακάτω (στ. 26) «..ετεκεν τον υιον αυτής τον πρωτότοκον και κάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν». Μα και στα σημερινά κάλαντα λέμε «εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων» και η Μαριάμ εκλήθη Θεοτόκος και κατά τινας αιρετικούς Χριστοτοκος. Άρα το σωστότερο είναι Χριστουτόκος ή για την εξουδετέρωση Χριστουτόκεια και όχι Χριστούγεννα. Εξ’ άλλου η γέννα κατά τον Σταματακο (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης σ.228) είναι ποιητική έκδοση του γένος από το αρχ. Γενενάω από το γενναίος = ανήκων εις ένα γένος ). Ο πατέρας είναι ο γεννήτωρ, γι' αυτο ο υιός ειναι ο μονογενης. Για την μητέρα ο Χριστός ειναι ο υιος αυτης ο πρωτότοκος [ καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱόν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν (Ματ. Α.25) και 7 καὶ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον· καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι. (Λουκ. Β.7) ]. Πότε όμως γεννάει ο πατήρ; Ενδεχομένως κατά την σύλληψη, αφού ο πατήρ εξακολουθεί να είναι πατήρ και αν ακόμη έχει πεθάνει πριν τον τοκετό. Η γέννηση θα έγινε τις 25 Μαρτίου του ίδιου έτους.(βλ Ματθ. Α στ.18 : «... ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ πνεύματος Αγίου»). Και στο ίδιο στ. 20 «το γαρ γεννηθέν εν αυτή εκ Πνεύματος εστί Άγιου». Εδώ ο Άγγελος ομιλεί για το έμβρυο ως γεννηθέν (όχι όμως εισέτι τεχθέν). Ο πατήρ ήταν το Αγ. Πνεύμα εκ του πατρός εκπορευόμενο κάτι δηλαδή σαν εξωσωματική γονιμοποίηση.


25η Δεκεμβρίου
Συμπτωματικά ήταν εκείνη η ημέρα που οι ειδωλολάτρες εορτάζαν την Γέννηση του Μίθρα. Του Sol Invictus. Του ακατανίκητου Ήλιου. Ας θυμηθούμε το τροπάριο των Χριστουγέννων «ανετειλεν τω κοσμω το φως το της γνώσεως» και «... σε προσκυνειν τον ήλιον της δικαιοσύνης και σε γινωσκειν εξ ύψους ανατολην». Οι παπάδες της εποχής σύνταξης του τροπαρίου το έπαιζαν δίπορτο («και στ΄ αντάρτικο ψωμί και στο στρατό χαμπέρι») και ταυτίζαν της ειδωλολατρικές γιορτές με αντίστοιχες Χριστιανικές για να τις εξαλείψουν και να τα έχουν καλά με όλους

Αγάλλομαι από το αρχαίο αγαν+αλλομαι = πηδάω πολύ. Όταν κάνεις χαίρεται χοροπηδάει από την χαρά του = πηδάει πολύ (και ας μην πάει ο νους σας στο πονηρό). Επομένως μόνον οι άνθρωποι μπορούν να αγάλλονται (και μέχρι κάποια ηλικία). Όμως λέμε στα κάλαντα των Χριστουγέννων «οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη» μεταφορικά βεβαίως βεβαίως! Οι ουρανοί φαίνεται ότι είχαν στήσει συρτάκι αφού είναι επτά τον αριθμόν.

Η φάτνη των αλόγων (ενν. Ζώων). Έχουμε συνηθίσει να λέμε τους ίππους "άλογα" ενώ το επίθετο άλογος ταιριάζει σε όλα τα ζώα άρα και τα γαϊδούρια και το βοοειδή. Στην παλαιστίνη η χρήση άλογων (ιππων) δεν ήταν τόσο διαδεδομένη και οποίος είχε άλογα – ίππους θα ήταν πλούσιος και καλοσπιτωμενος και δεν θ’ άφηνε τρίτους να πάνε να γεννάνε στους στάβλους του.

Το ονοματάκι σας παρακαλώ
Ο Άγγελος του Ματθαιου προτείνει το όνομα «Εμμανουήλ» ενώ ο Γαβριήλ του Λούκα προτείνει «Ιησούς». Τώρα άντε να βρεις πως έγινε το μπέρδεμα! Ο Πάνσοφος θεός έδωσε δυο αντιφατικά μηνύματα σε δυο Αγγέλους του, προφανώς για σιγουριά! Η Μαριάμ πάντως αγνοεί τον πρώτο άγγελο και ακολουθεί την πρόταση του δευτέρου. Πιθανό επειδή της είχε συστηθεί: «Καλήμερα σας ονομάζομαι Γαβριήλ και είμαι άγγελος κυρίου!» Πιο καθώς πρέπει ο κ. Γαβριήλ!

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΠΙΑ

Λέμε σήμερα για κάποιον ο οποίος αδιαφορεί ότι
κάνει την πάπια
. Ορισμένοι καθαρευουσιάνοι λένε ότι «εποίησε την νήσσα». Η πάπια ή νήσσα είναι ένα υδρόβιο, νηκτικό πουλί που δεν είναι και τόσο αδιάφορο. Κάτι άλλο κρύβεται λοιπόν από πίσω:

Παπίας (Βυζαντινό οφίκιο)
Ο Παπίας (ελληνικά: παπίας) ήταν ευνούχος υπάλληλος των βυζαντινών δικαστήριων, αρμόδιος για την ασφάλεια και τη συντήρηση των κτηρίων του αυτοκρατορικού παλατιού στην Κωνσταντινούπολη.


Ο όρος συνδέεται ετυμολογικά με πάππος ή παπάς ( "πατέρας, ιερέας"). Βεβαιώνεται το πρώτον σε μια σφραγίδα με ημερομηνία περίπου. 550-650, και αργότερα καταγράφονται στο χρονικό του Θεοφάνη του Ομολογητή για το έτος 780. Υπήρξαν τρεις οργανικές θέσεις για παπίες, όλοι ευνούχοι: ένας για το ίδιο το Μεγάλο Παλάτι, και οι άλλοι δυο για τις δύο άλλες προσθήκες του, τη Μαγναύρα και το παλάτι της Δάφνης ( που δημιουργήθηκε από τον Μιχαήλ τον III). Ο «Παπίας του Μεγάλου παλατίου», ήταν μια πολύ σημαντική επίσημη θέση: συνήθως κατέχει το αξίωμα του πρωτοσπαθάριου, ήταν ο θυρωρός του παλατιού και υπεύθυνος για την ασφάλειά του. Κατείχε τα κλειδιά για τις θύρες του παλατιού (και της φυλακής του παλατιού) και τις άνοιγε κάθε πρωί μαζί με τον Μέγα Εταιρειάρχη. Είναι συνεπώς ελεγχόμενη φυσική πρόσβαση στον αυτοκρατορικό ενδιαίτημα, διαδραμάτιζε επομένως σημαντικό ρόλο σε κάθε συνωμοσία κατά της ζωής του αυτοκράτορα. Είναι πιθανό ότι οι άλλοι δύο παπίες (ο παπίας της Μαγναύρας και ο παπίας της Δάφνης) να ήταν εξαρτώμενοι αρχικά από τον Παπία του Μεγάλου παλατίου.

Όπως και όλοι οι ανώτεροι λειτουργοί των ανακτόρων, ο Παπίας του Μεγάλου Παλατίου εκτελούσε επίσης ορισμένα τελετουργικά καθήκοντα. Εκτός από το τελετουργικό ξεκλείδωμα των θυρών του παλατίου, για παράδειγμα, έληγε τυπικά την καθημερινές ακροάσεις του αυτοκράτορα κουδουνίζοντας τα κλειδιά του, το σύμβολο του αξιώματος του. Σε τελετές για την προαγωγή των υπαλλήλων, ήλεγχε την κύρια αίθουσα ακροάσεων του Χρυσοτρικλινου και του αυτοκράτορα, και την 1η Αυγούστου, γυρνούσε εν πομπή στους δρόμους της πρωτεύουσας, κρατώντας ένα σταυρό, επισκεπτόμενος τους πιο πλούσιους πολίτες και δεχόμενος
τις δωρεές τους. Κατά την περίοδο Παλαιολόγων, ο Μέγας Παπίας ήταν ανώτερος τιμητικός τίτλος.

Συμπέρασμα: Ο παπίας κατείχε μια θέση που απαιτούσε εχεμύθεια και διακριτικότητα, δεδομένου του ότι εγνώριζε ποιοι έμπαιναν και ποιοι έβγαιναν στο Ιερό Παλάτιον και ενδεχομένως εγνώριζε και τι έλεγαν. Δεν μπορούσε λοιπόν να απαντάει στους διαφόρους που τον ρωτούσαν και να κοινοποιεί ο,τι ήξερε. Εκ των πραγμάτων πρέπει να ήταν αριστοτέχνης στις υπεκφυγές. (πχ δεν είδα, δεν γνωρίζω, τότε απουσίαζα, δεν ελεγχθεί τίποτε, τυπική επίσκεψη ήταν, κλπ).
Όταν λοιπόν θέλανε να πούνε για κάποιον ότι υπεκφεύγει, ότι δεν προχωρεί επί της ουσίας λένε «έκανε τον παπία». (το «κάνω» εδώ με την έννοια «ενεργώ σαν ..» όπως «κάνω τον βλάκα») Μετά την Άλωση ο τίτλος του παπία καταργήθηκε και σε λίγες γενεές δεν το θυμόταν κάνεις πια. Η έκφραση ακούγονταν σαν λανθασμένη και ο παπίας έγινε «η παπία»,εξ άλλου ο εκθηλυσμος ήταν χαρακτηριστικός τους ευνούχους, και αργότερα «η πάπια». Επομένως ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ του παπια και του συμπαθέστατου Ντόναλντ Ντακ και των συγγενών του άλλα και μεταξύ του παπία και του χρήσιμου ουροδοχείου των νοσοκομείων.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΜΕ ΦΟΥΝΤΕΣ



Συχνά χρησιμοποιούμε την έκφραση "δουλείες με φούντες" για να αναφερθούμε σε επιχειρήσεις (δουλειές) μεγάλου βεληνεκούς και κερδοφόρες.
Το Μειζον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ - Τεγόπουλος - Φυτράκης ερμηνεύει ως "φούντα" δέσμη από κλωστές ισομεγέθεις, ελεύθερες στο ένα άκρο, θύσανος φρ. δουλείες με φούντες, για εργασίες περίπλοκες και με κακές συνέπειες Η ερμηνεία (περίπλοκη και με κακές συνέπειες) αυτή είναι αυθαίρετη και δεν συνάδει με την συνήθη χρήση της έκφρασης.

Ο όρος "φούντα" αναφέρεται και για τον ανθοφόρο θύσανο της κάνναβης (χασίς) .

Στο Βυζάντιο ομως φούνδα ή κοιλιόδεσμος ή πουγγίον λεγόταν το σακίδιο με τα χρήματα που έζωναν στη μέση τους οι Βυζαντινοί.



Η ρίζα της λέξης είναι λατινική από το fundo, που σημαίνει κυριολεκτικά βυθίζω (το καράβι ή η επιχείρηση "πηγε φούντο" λέμε σήμερα). Θυμηθείτε το Αγγλικό Fund, το Γαλλικό fonds , το Ιταλικό fondo.

Μεταφορικά σημαίνει: θεμελιώνω, καθιερώνω, παγιώνω, πακτώνω και τελικά συνάπτω σύμβαση. Αυτό γιατί κατά την σύναψη μιας σύμβασης οι Ρωμαίοι συμβαλλόμενοι βύθιζαν τα ραβδιά τους στο έδαφος για να στερεώσουν συμβολικά την συμφωνία (pactun, βυζαν, πάκτον) βλ. Κ. ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΠΡΟΧΕΙΡΟΝ ΝΟΜΩΝ ή ΕΞΑΒΙΒΛΟΣ σελ. 411 και ΜΕΛ σ. 853 βλ . και την νομική ρήση "pacta sunt servanda" = τα συμφωνημένα είναι τηρητέα, πρέπει να τηρούνται. Ακόμα και τώρα λέμε "τα μιλημένα και τιμημένα" (τιμώ=τηρώ).

Ανακάλυψα και ένα ιδιαίτερο όρο:

Έως το 1935 υπήρχαν και «εγχειρίδιες αμοιβές», στην περίπτωση των οποίων ο ιερέας παίρνει τρόπον τινά τα χρήματα στο χέρι (υπάρχουν και «έκτακτες εγχειρίδιες αμοιβές» και «βασικές αμοιβές» [stipendia fundata]), οι οποίες στη Γερμανία είναι συν τοις άλλοις απαλλαγμένες από φορολογία.

KARLHEINZ DESCHNER
Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΜΟΣ 4 -ΚΑΚΤΟΣ

Δηλαδή η συμβατικές αμοιβές, οι τιμές τιμοκαταλόγου.

Εργασία "φουντάτη" εννοείται λοιπόν η συμβατικά κατοχυρωμένη εργασία και δεν έχει σχέση με την γνωστή φούντα=θύσανο. Το "φουντάτη" ερμηνεύτηκε από τους μεταγενέστερους "με φούντες". Η δουλειά με φούντες είναι λοιπόν μια σίγουρη και καλή δουλειά, και όχι θυσανωτή δουλειά.



Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

"Δε μου λες" ή "δε με λες"

«ΜΕ ΛΕΣ» Ή «ΜΟΥ ΛΕΣ»

Άρθρο του Καθηγητή Γεώργιου Μπαμπινώτη στο "ΒΗΜΑ"

Το όλο θέμα ξεκινά σε παλαιότερες εποχές, με την κατάργηση της δοτικής, οπότε και γεννιέται η ανάγκη να βρεθεί νέα λύση εκεί που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούταν η συγκεκριμένη πτώση. Έτσι, καθημερινές φράσεις όπως π.χ. το "λέγεις μοι" παύουν να υφίστανται και η γλώσσα αναζητά έναν νέο τρόπο έκφρασης. Στην Βόρειο Ελλάδα προτιμήθηκε η αιτιατική ενώ στην Νότιο Ελλάδα η γενική για να δώσουν (σε νεώτερα ελληνικά) "με λες" και "μου λες", αντίστοιχα.

Και οι δύο αυτοί τύποι είναι σωστοί καθώς χρησιμοποιούνται κανονικότητα μέσα στους αιώνες από τους Έλληνες.

Κατά μίαν άποψη η αιτιατική είναι πιο κοντά στην δοτική οπότε, όσο παράξενο και να ακούγεται, ο βορειοελλαδίτικος τύπος (με λες) θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι πιο δικαιολογημένος. Ο βασικότερος λόγος που σήμερα η σύνταξη με γενική θεωρείται ορθότερη (μου λες) είναι μάλλον επειδή η Νότιος Ελλάδα απελευθερώθηκε πρώτη και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στο νέο κράτος ήταν αυτή που μιλούσαν σε εκείνα τα μέρη.

Σήμερα, ειδικά μέσω των μέσων μαζική ενημέρωσης, έχει καθιερωθεί γενικότερα ο τύπος με την γενική. Το βέβαιο είναι πως έχει περάσει στο υποσυνείδητο μας ως ο ορθός τρόπος αν και αυτό όπως είδαμε δεν στέκει πραγματικά. Παρεμπιπτόντως, δυο από τους λογοτέχνες που έχουν γράψει με τον συγκεκριμένο τρόπο είναι ο Κώστας Π. Καβάφης και ο Αθανάσιος Χριστόπουλος.

Ας μην ξεχνάμε το εξής σημαντικό: οι νοτιοελλαδιτες, που εκφράζουν τη δοτική μέσω γενικής λέγοντας "θα σου πω κάτι", "θα του δώσω κάτι", στον πληθυντικό διαπράττουν ακριβώς το "σφάλμα" που καταλογίζουν στα εκ Βορρά αδέλφια τους, και λένε: "θα σας πω κάτι", "θα τoυς δώσω κάτι". Χρησιμοποιούν δηλαδή αιτιατική! Επομένως, καθαρά από απόψεως ομοιογένειας, τα βόρεια ιδιώματα είναι πιο συνεπή διότι χρησιμοποιούν αιτιατική και στον ενικό και στον πληθυντικό. ..."

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

ΜΟΡΑ ΚΑΙ ΚΑΣΣΙΔΑ


Όταν κάποιας μας προσφωνεί με την λέξη "μωρέ" εμείς του απαντάμε με την φράση "μόρα και κασσίδα". (Ανάλογη τέτοια αντιφώνηση στο "Α!" λέμε "άξεινος και ξερός")

Ας δούμε πρώτα την κασσίδα: Η κασσίδα <μεσαιωνική ελληνική, κασσίδα < κασσίδιον, υποκοριστικό του κάσσις < λατινική cassis (κράνος) Βυζαντινό αλυσιδωτό κράνος. Η κασσίδα δημιούργησε την λέξη κασσιδιάρης. Κασσίδα είναι όμως και πάθηση του τριχωτού της κεφαλής. Τα μαλλιά παίρνουν μια φολιδωτή εμφάνιση σαν του αλυσιδωτού κράνους. Αυτή την κασσίδα ξέρει ο λαός. Τι είναι όμως ή μόρα; Είναι η λακωνική προφορά του μοίρα που σημαίνει μερίδιο,(πρβλ. η νόμιμος μοίρα), σημαίνει και το πεπρωμένο (το μερίδιο σου στα καλά και τα κακά, αυτό που σε περιμένει (πρβλ. να σου πω τη μοίρα σου, να σου πω το ριζικό σου). Μοίρα σημαίνει και τμήμα στρατού (ο γράφων υπηρέτησε στην 135 Μοίρα πεδινού Πυροβολικού) (πρβλ. Μοίραρχος)

Βέβαια τελείως ανεξάρτητα βρίσκει κανείς στη λαϊκή βιβλιογραφία την λέξη Μόρα (κύριο όνομα) να σημαίνει μια ξωθιά, ξωτικό , νεράιδα κατάλοιπο ίσως της αρχαίας Μορμώς. Αυτό το Μόρα ήξερε ο λαός όταν τα αρχαία περάσαν στην αρχαιότητα.
Αντιγράφω από το http://sxeseis.gr/viewthread.php?tid=9546



Η λέξη μόρα είναι σλαβική και σημαίνει ερωμένη, πολύ πιστεύουν ότι η καταγωγή της είναι ελληνική και προέρχεται από την "Μορμώ" το θηλυκό μυθολογικό τέρας με το οποίο φόβιζαν τα παιδιά οι αρχαίοι. Ούτως ή άλλως η Μόρα είναι ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους μύθους του οποίου η ιστορία χάνεται στο βάθος των αιώνων. Παρόλα αυτά αρκετοί είναι εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν πως η Μόρα δεν είναι μύθος παρά μια ζωντανή πραγματικότητα...

Τι είναι τελικά η Μόρα (ή Μορούζι); Η Μόρα είναι ένα ανεξάρτητο πνεύμα. Σύμφωνα με τις περιγραφές εί
ναι μία γυναίκα μαυροφορεμένη, η οποία εμφανίζεται στον ύπνο κάποιου συνήθως όταν κοιμάται ανάσκελα, του κρατάει τα χέρια και προσπαθεί να του πάρει την ανάσα.

Για την ακρίβεια, δεν μπορείς να κουνήσεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι και ο πόνος στο στήθος σου όπου κάθεται, σου κόβει την ανάσα σε σημείο που αισθάνεσαι ότι αργοπεθαίνεις και όντως αργοπεθαίνεις, εκτός αν την νικήσεις. Αν την γλιτώσεις, για τις επόμενες περίπου 3 μέρες εξακολουθείς να αισθάνεσαι έναν αρκετά ενοχλητικό οξύ πόνο στο στήθος και δεν μπορείς να πάρεις βαθιά ανάσα. Από τα λεγόμενα ανθρώπων που έχουν σπάσει τα πλευρά τους, υποθέτω ότι το συναίσθημα είναι παρόμοιο.

Εμφανίζεται με πολλές μορφές η πιο συνηθισμένη είναι αυτή της άσχημης γριάς, αλλά πολύ είναι αυτοί που την έχουν δει σαν όμορφη κοπέλα ή ακόμα και με την μορφή φωτεινής σφαίρας ή μικροσκοπικού νάνου κ.α.

Η Μόρα φοράει ένα μαύρο σκουφάκι, ο μύθος λέει πως όποιος καταφέρει να της το πάρει θα έχει τρεις ευχές (κάτι παρόμοιο με τον μύθο των Νεράιδων), στην περίπτωση που η Μόρα καταφέρει να του το ξαναπάρει πίσω τότε αυτός πεθαίνει. Από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα μόνο ένας είχε καταφέρει να της πάρει το σκουφάκι, η ευχή του ήταν, η Μόρα να γίνει πραγματική γυναίκα. Έτσι κι έγινε, αυτός παντρεύτηκε αυτή την γυναίκα και έκανε παιδιά μαζί της. Φρόντισε να κρύψει το σκουφάκι κάπου πολύ καλά. Ώσπου μια μέρα η Μόρα ξαναβρίσκει το σκουφάκι της και μετά εξαφανίστηκε πάλι.

Λίγα λόγια για τον μύθο. Μία εκδοχή είναι ότι η Μόρα είναι η Λίλιθ (Lilith) η πρώτη γυναίκα του Αδάμ, ή μια από της τρεις κόρες της. Όπως αναφέρουν τα γνωστικά κείμενα και τα απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης η Λίλιθ αποχώρισε από τον Παράδεισο για δύο πιθανούς λόγους:

1- Ήταν εκείνη που μύησε τον Αδάμ (μετά από προτροπή του Σατανά) στην απόλαυση του σεξ. Ήταν δηλαδή εκείνη που του δίδαξε ότι το σεξ δεν είναι μόνο για αναπαραγωγή αλλά και για ευχ
αρίστηση και αυτό εξόργισε τον Θεό και την εξόρισε.
2- Ο Αδάμ προσπάθησε να βιάσει την Λίλιθ, κι εκείνη τρομαγμένη έφυγε από τον Παράδεισο.

Ο Αδάμ, λυπήθηκε για την φυγή της Λίλιθ και ζήτησε από τον Θεό να του την φέρει πίσω. Εκείνος έστειλε τους 3 αγγέλους να την βρούν και να την φέρουν πίσω, όπου την βρήκαν κάπου στην Μεσοποταμία. Την παρακάλεσαν επανειλημμένα να επιστρέψει αλλά εκείνη αρνήθηκε. Τους είπε επίσης ότι για τους αιώνες των αιώνων, θα επισκέπτεται τα μικρά παιδιά στον ύπνο τους και θα τα πνίγει, για να εκδικηθεί. Οργισμένοι οι άγγελοι, την απείλησαν ότι θα ξεσηκώσουν την θάλασσα να την πνίξουν. Η Λίλιθ άρχισε να κλαίει και να τους παρακαλάει να την λυπηθούν. Όντως οι άγγελοι υπέκυψαν στα παρακάλια της και εκείνη για «ανταμοιβή» ορκίστηκε ότι δεν θα πειράζει τα παιδιά που θα έχουν τα ονόματα των 3 αυτών αγγέλων γραμμένα πάνω στην κούνια τους (εξ' ου και το χαρτί/περγαμηνή).

Τώρα, γιατί την άφησαν να φύγει παρόλο που δεν πήρε τον λόγο της πίσω (ότι δηλαδή θα εκδικηθεί), εί
ναι ένα ερώτημα χωρίς απάντηση. Αλλά η Βίβλος βρίθει από τέτοια ερωτήματα έτσι κι αλλιώς. Για να ολοκληρώσω την ιστορία, στην συνέχεια λέγεται ότι ο Σατανάς την έκανε γυναίκα του και αρχόντισσα όλων των σκοτεινών υπάρξεων. Λέγεται επίσης ότι η Λίλιθ είναι και το πρώτο Βαμπίρ. Από τότε στοιχειώνει τα όνειρα των ανδρών και κάνει έρωτα μαζί τους, επιτίθεται στις έγκυες γυναίκες και τελικά τις σκοτώνει. Σύμφωνα με τα κείμενα εμφανίζεται και αυτή μαυροφορεμένη.

Μία πιο ορθολογική εξήγηση είναι πως η Μώρα είναι "ψυχικός βρικόλακας" δηλαδή μια σκεπτομορφή που δημιουργεί κάποιος και την στέλνει στον ύπνο κάποιου άλλου. Μία μορφή ενέργειας που προσπαθεί να πάρει την ενέργεια του θύματος (ή το αίμα του όπως γνωρίζουμε στις γνωστές ιστορίες με τους βρικόλακες) και τελικά το θύμα πεθαίνει. Μία μορφή Voodoo ή κάτι τέτοιο.

Το να προστατευτεί κάποιος από την Μόρα είναι πολύ δύσκολο. Για προστασία υπάρχουν πολλά ξόρκια, αλλά λέγεται ότι το πιο αποτελεσματικό είναι να γράψεις σε ένα χαρτί τα ονόμα
τα των τριών αγγέλων που έστειλε ο Θεός να την καταδιώξουν (την Λίλιθ) όταν έφυγε από τον Παράδεισο, ο Σανβί, ο Σανσαβί και ο Σαμενγκελάφ. Τα ονόματά τους γράφονται κατά προτίμηση σε ενοχιανή ή αγγελικανή γραφή, με καθαγιασμένη πένα σε παρθένα περγαμηνή. Την περγαμηνή την βάζεις πάνω από το κρεβάτι. Υπάρχει και μία προσευχή που σε προστατεύει. Η προσευχή αυτή δεν έχει γραφτεί σε κανένα βιβλίο και η διάδοσή της γίνετε από στόμα σε στόμα εδώ και πολλούς αιώνες. Η προσευχή είναι η εξής:

Μόρα - Μόρα κακαβού μέτρα τα'στρα του'ρανού, την φακή του κιλού, τα βότσαλα της θαλάσσης και τις πέτρες της γης και μετά έλα σε'μένα

Την προσευχή αυτή την λες τρεις φορές όταν πέσεις για ύπνο και ως που να τα μετρήσει όλα αυτά η Μόρα, εσύ έχεις ξυπνήσει.

Πάντως, άπαξ και σε επισκεφτεί, κανένα ξόρκι δεν πρόκειται να πιάσει. Το μόνο που θα σε σώσει είναι το θάρρος και το θράσος. Πρέπει να την κοιτάξεις ίσια στα μάτια και να της δείξεις ότι δεν την φοβάσαι.

Η Μόρα δεν εμφανίζεται μόνο μία φορά αλλά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμα και για μια ολόκληρη ζωή. Γνωρίζουμε ακόμα ότι το φαινόμενο αυτό είναι κληρονομικό και μπορεί να εμφανισ
τεί σε άτομα της ίδια οικογένειας και στους απογόνους τους.
[Εικονα: δερμάτινο βυζαντινό κάλυμμα της κασσίδας. Την μόνη πρακτική χρήση που βλέπω είναι ως διακριτικό. Διάκριση με το χρώμα της αλογοουράς]

Υποθέτω, λέω υποθέτω, ότι θα υπήρχε στον βυζαντινό καιρό κάποια παροιμία ή έκφραση που θα έλεγε "μόρα και κασίδα" και θα σήμαινε "κατά τη μο(ι)ρα [του στρατού είναι και] η κασίδα". Είναι απόλυτα λογικό οι στρατιώτες κάθε μοίρας να έχουν κάποιο διακριτικό (κάλυμα της κασίδας με λοφίο ίσως βλ. εικόνα). Εμείς σήμερα έχουμε μαυροσκούφηδες (Τεθωρακισμένα), Πρασινοσκούφηδες (ΛΟΚ), κοκκινοσκούφηδες (Αεροπορία Στρατού) και αλογοσκούφηδες ( άσχετο, αλλά με μεγάλη οικονομική σημασία) κλπ. Τότε λοιπόν η έκφραση "κατά τη μόρα και η κασσίδα" θα σήμαινε σημάδια ή και συμπεριφορές ανάλογα με την παράταξή του.


Ο λαός ξέχασε, με την πάροδο του χρόνου, την Μοίρα του Στρατού και την κασσίδα. Στο μυαλό του υπήρχε η αρρώστια και η ξωθιά. Επειδή οι αντιφωνήσεις αυτού του είδους έχουν χαρακτήρα κατάρας η μόρα (ξωτικιά που σου κόβει την ανάσα) και η κασσίδα (δερματική νόσος) έρχονταν ο,τι πρέπει ως απάντηση στο "μωρέ".

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

ΤΑ ΤΣΟΥΓΚΡΙΣΑΝΕ


Όταν πρόκειται για ποτήρια το τσούγκρισμα τους σημαίνει ανταλλαγή ευχών και πόση του ποτού κατόπιν. (Άντε γειά, στην υγεία μας ή καλή χρονιά κλπ). Είναι μια διαδικασία που γίνεται μεταξύ φίλων.





Ο ταν όμως κάποιοι τσακωθούν και χαλάσουν την σχέση τους γιατί λέμε πάλι "τα τσουγκρίσανε";
Το αρχικό ήταν τα τσιγρίσανε < μσν. τσιγρώνω <τιγρώνω < αποτιγρώνω = δείχνω τα δόντια μου όπως η τίγρη. Άρα άλλο τιγρίσανε τα δόντια και άλλο τσουγκρίσανε τά ποτήρια.

ΤΟΥ ΕΨΗΣΕ ΤΟ ΨΑΡΙ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ


Η δημοφιλέστερη μέθοδος ψησίματος ψαριού από τις συζύγους. Σημαίνει τον στεναχώρησε, τον έπρηξε. Ο στεναχωρούμενος ανεβάζει την πίεση του αιματος του, εχει κάψα που λέμε και συνακόλουθα καυτή αναπνοή, τόσο καυτή που αν του βάλεις ένα ψάρι στα χείλη η αναπνοή του μπορεί να το ψήσει.

Αυτή η καυτή αναπνοή δημιούργησε μια άλλη έκφραση : Συνήθως φυσάμε την κουταλιά της σούπας για να κρυώσει. Οταν όμως μας έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη, η αναπνοή μας είναι τόσο καυτή που φέρνει μηδενικό η αντίθετο αποτέλεσμα. Το φυσάμε και δεν κρυώνει.

ΤΑΖΕΙ ΛΑΓΟΥΣ ΜΕ ΠΕΤΡΑΧΗΛΙΑ


Πετραχήλι < Μσν. Περιτραχήλιον = αυτό που περιβάλλει τον τράχηλο, τον λαιμό.

Τέτοια πετραχήλια (λουριά σαν ζώνες) βάζουν στους τράγους , τους αρχηγούς (μπροστάρηδες, μπροσταρόκριους) των κοπαδιών μαζί με ένα κουδούνι. Από εκεί κατάντησε κάθε τέτοιο «κωδωνοφόρο» ζώο να θεωρείται εξαίρετο, υπέροχο.
Έτσι η έκφραση χρησιμοποιείται, ιδιαίτερα στις προεκλογικές περιόδους, για να δηλώσει υπόσχεση παχυλή και εξαίρετη αλλά και σίγουρα ανεκπλήρωτη.
Να μην συγχέουμε αυτά τα κουδούνια, τα τιμητικά για το ζώο, με «της μπομπής τα κουδούνια» που τα κρεμούσαν κατά την διαπόμπευση ανθρώπων για να τους παρομοιάσουν με ζώα. Παρατίθεται εικόνα γιγαντιαίου λαγού άνευ πετραχηλιού μεν, πλην όμως επάξιου να το φορέσει.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

ΑΡΤΖΙΜΠΟΥΡΤΖΙ ΚΑΙ ΛΟΥΛΑΣ


Αρκετά εύηχη έκφραση που εκφράζει την κατάσταση στην οποία επικρατεί απόλυτος πανικός ή τρελή ανοργανωσιά. Γενικώς πολύ χύμα φάση και ό,τι να'ναι.

Αν διαβάσουμε τον Μπαμπινιώτη θα δουμε οτι
Προέρχεται από το μεσαιωνικό ουσιαστικό αρτσιβούριον, κι αυτό από το αρμενικό arats-havoth = μηνυτής, αγελιαφόρος. Αναφέρεται στην πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, στη διάρκεια της οποίας οι Αρμένιοι ακολουθούν αυστηρότατη νηστεία Οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν με εχθρότητα αυτή τη συνήθεια, μάλιστα η μονή Μάμαντος επέμενε στην κατανάλωση αυγών και τυριού κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, για να διαχωριστεί από την αίρεση των Αρτζιβουρίων.
Η λέξη κατέληξε να γίνει συνώνυμη με την αταξία και την πλήρη ακαταστασία, γιατί οι Βυζαντινοί προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την καθιέρωση αυτής της νηστείας, το έκαναν με πολλούς και συχνά παράλογους τρόπους με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση.

Αργότερα στο αρτζιμπούρτζι προστέθηκε η λέξη λουλάς για να ενταθεί εκφραστικά η σύγχυση.

Ας με συγχωρήσει ο κ. Καθηγητης αλλά οποιαδήποτε άσχετη λέξη θα μπορούσε να προστεθεί εκεί πχ. λέξη γάτα ή ποτήρι ή κουκουνάρα (άρες μάρες κουκουνάρες) γιατί διαλέχτηκε ο λουλάς; Πως ο αγγελιαφόρος arats-havoth συνδεθηκε με το Τριώδιο, έγινε αρτσιμπούρτζι και απέκτησε το νόημα της ακαταστασίας! το "μπούρτζι" που βρέθηκε!

Κυκλοφορούν κι΄άλλες παρερμηνείες ή εκδοχές , οι οποίες δεν στηρίζονται πουθενά.

Ας προσθέσω και εγώ την δική μου:
Ενδεχομένως από τη λέξη "αρκεβούζιο".

Το arquebus ή harkbus ή hackbut από το ολλανδικό haakbus,μεταγλωττίστηκε στα ελληνικά σε "αρκεβούζιο". Σημαίνει "όπλο με γάντζο". Ήταν ένα πρωτόγονο πυροβόλο που χρησιμοποιήθηκε από τον 15ο ως τον 17ο αιώνα. Ο γάντζος ήταν ένα απαραίτητο σιδερένιο δίχαλο (βέργα ή σωλήνας ~1,5 μετρο σχηματος Υ) στο οποίο ακουμπούσε το ασήκωτο αρκεβούζι για να κάνει δυνατή την σκόπευση. Ο αρκομπουζιέρος κουβαλούσε και το αρκεβούζι και το δίχαλο.
Αναρωτιέμαι μήπως ο γάντζος λεγόταν και "λουλάς" από το τούρκικο lule που σημαίνει σωλήνας.(Αλλο θέμα αν η λέξη εξειδικεύτηκε κατόπιν και σημαίνει την άκρη του σωλήνα του ναργιλέ εκεί που μπαίνει το τουμπεκί. και μετα, εκ του μερους το ολον: Λουλάς=Ναργιλες)


Ο Διονύσιος Ρώμας στον "Περίπλου" του (Σοπρακόμιτος, Τομ Α . Σελ. 26) αναφέρει τον κάπο των αρκομπουζιέρων και ερμηνεύει = "αρχηγός των τουφεξήδων , που ήταν οπλισμένοι μ' ασήκωτα τσακμακοντούφεκα" (γύρω στο 1571 μΧ)


Είχα ακούσει πως κάποιοι οπλαρχηγοί απειλούσαν οτι "θα πάρουμε τα αρτσιμπουρτζια μας και τον λουλά μας και θα ..." αναφερόμενοι προφανώς στον οπλισμό τους.
Συμπέρασμα
Μετά από όλα αυτά πιθανολογώ ότι η έκφραση σημαίνει τον οπλισμό και την μετακίνησή του ή χρήση του, και επομένως την απειλή, την οχλαγωγία, την ένοπλη σύρραξη, την αναστάτωση.

Σχετικά: "Τα τσαμασύρια", Τα "σέα και τα μέα". "Τζάτζαλα μάντζαλα"

Υποσημείωση
Ο διάδοχός του αρκομπουζιού, το μουσκέτο, ήταν ένα φορητό πυροβόλο, κάπως μικρότερο από το αρκεβούζιο, και αυτο το κατέστησε ευκολότερο στη μεταφορά. Ήταν ο πρόδρομος του τουφεκιού και άλλων ατομικής χρήσης πυροβόλων όπλων. (Ο χρήστης του λεγόταν mousquetaire. (Βλ.A.Dumas Les 3 mousquetaires ελληνιστί οι 3 σωματοφύλακες).

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Η ΣΑΡΑ Η ΜΑΡΑ

Η "σάρα" προέρχεται από το σαρώνω (όσα σέρνει η σκούπα(1), το σάρωθρο) [Ανδρ.316] το ακολουθούν «μάρα» θυμίζει τις συνήθεις επαναλήψεις από τα τούρκικα(2). Πρβ. Το λεφωρειακό επεισόδιο:
Επιβάτης: «Κουνήσου κυρά μου»
Η "Κυρά του": «Κουνήσου-μουνήσου εγώ δεν ξέρω, θα κουνηθώ όποτε θέλω εγώ».


Η «Σάρα και η Μάρα» υποδηλοί αποβράσματα, απορρίμματα, σκουπίδια της κοινωνίας (με μεταφορική έννοια, πράγμα που τονίζει εκφερόμενο το προαιρετικό συμπλήρωμα «... και το κακό συναπάντημα»).
Πάντως η έκφραση βάφτισε τις δυο γάτες του φίλου και συμ-προσκόπου Ηλία Μαμαλάκη. Τις βάφτισε Σάρα και Μάρα. Για το "Μάρα" ίσως ξέρει και ο, μακάρια τη πολτική λήξει, κ. Ρουσόπουλος. Η ίδια έκφραση δημιούργησε και ιστοχώρο: τον www.sara-mara.gr


-----------------------------------------------------------------------------------
(1) εξ΄ άλλου και η έκφραση άκουσε "όσα σέρνει η σκούπα" υπονοεί βρώμικα λόγια, ύβρεις.
(2)μ- [m] : (προφ.) πριν από το αρχικό φωνήεν της λέξης που προηγείται ή στη θέση του αρχικού συμφώνου ή των αρχικών συμφώνων· σε περιστασιακή σύνθεση και συνήθ. σε πρόταση που εμπεριέχει άρνηση, για να δηλώσει κατηγορηματικά ο ομιλητής την απόλυτη διαφωνία και αποδοκιμασία του στα λόγια, στην πρόταση ή στην απαίτηση του συνομιλητή του π.χ.: Kομμένα τα έξω μέξω, δεν πρόκειται να ξαναβγείς έξω. Έχω βαρεθεί να βλέπω κάθε τόσο τα σόγια και τα μόγια. Άρες μάρες, Ξανά μανά, τζάντζαλα μάντζαλα.

[τουρκ. πρόθημα αναδιπλ. m-, πριν από το αρχικό φωνήεν της λέξης που προηγείται ή στη θέση του αρχικού συμφώνου της, στη σημ.: `και τα παρόμοια΄, π.χ. τουρκ. ağaç mağaç `δέντρα ξε-δέντρα΄, partiler martiler `κόμματα ξε-κόμματα΄, χικ μικ < τουρκ. hιk mιk (σύγκρ. ξε-IV)]

ΤΟ ΠΙ ΚΑΙ ΦΙ

Το πι και φι, κατά τινας, δηλοί «του Παλουκιού και της Φούρκας (κρεμάλας)» δηλαδή κακοποιά στοιχεία.
Η χρήση της έκφρασης είναι λίγο περίεργη. Συνήθως λέμε για κάτι πως έγινε "στο πι και φι". Δηλαδή σύντομα, αμέσως.
Τι σχέση έχουν οι του παλουκιού και της φούρκας την ταχύτητα;
Ίσως αυτοί οι του Π&Φ τακτοποιούσαν ταχύτερα τις υποθέσεις του εργοδότου τους με συνοπτικές διαδικασίες. (Θα δείτε περισσότερα στο «Το εγχειρίδιο του καλού Πικεφίτη» υπο Α. Στουγιαννίδη Υπό Έκδοση 2013).