Ισα ρε μαγκα σημαινει σηκω ή σηκωσε [εαυτον] και φυγε γιατί αυτα που κάνεις εγω δεν τα ανέχομαι, δεν τα σηκωνω αυτα.
Απο το Ετυμ. Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη
ισα βαρκα ισα πανια = εμπρος η βάρκα, σηκωσε τα πανια
Πλήθος Αγγέλων ψάλλουσι ....
... αντι του ορθου «ψάλλει» (το πλήθος ψάλλει), παντως παραδεκτή σαν εκφραση. Πρβλ. «ο κόσμος χτίζουν εκκλησιές» (Δημοτικό Ποιήμα) ή «Στου παπα-Λάμπρου την αυλή κοσμος ειναι μαζεμένοι» (Η παπαλάμπραινα – Δημοτικο Τραγουδι)
Τι σημαίνει ομως «Ψάλλω»
Ψάλλω: (επιτατικο του ψάω) : ψαύω, ψηλαφώ,εγγίζω, θιγων τι το θετω σε κινηση, ελκω τι και ειτα το αφίνω να επανέλθει εις την θέσιν του. (πχ. «τόξου νευράν ψάλλω»)
Ψάλτης: ο ψάλλων, ο παίζων εγχορδον όργανον, ο κιθαριστής.
Ι. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΣ, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. σελ. 1129
Τωρα κατάντησε ο ψάλτης να ειναι αυτος που τραγουδάει στην εκκλησιά και μόνο, χωρίς να κάνει χρήση μουσικών οργάνων. Εκ παραδόσεως δεν χρησιμοποιούνται μουσικά όργανα στις ορθοδοξες εκκλησιές.
Μια τεοια αναλογη μεταπτωση του νοηματος της λεξης εχουμε και στην «αιθουσα». Λεγαμε πχ. «Απαγορευεται το καπνισμα εντος της αιθουσης» ενω αιθουσα (εννοείται στοά) ειναι μεχτοχη του αιθω=φλεγομαι, με καπνο σηλ.σημαινει «αυτη που καπνιζει» βλ αιθω, αιθαλη, Αιτνα κλπ.
ΨΑΛΤΗΡΙΟ
To ψαλτήριο είναι ένα έγχορδo μουσικό όργανο της οικογένειας της άρπας ή του σαντουριού. Το ψαλτήριο της Αρχαία Ελλάδας (επιγόνειο) χρονολογείται τουλάχιστον από το 2800 π.Χ., όταν ήταν ένα οργανο σαν άρπα. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική ψαλτήριον "έγχορδο μέσο, ψαλτήριο, άρπα» και αυτό από το ρήμα ψάλλω που σημαινει "αγγίζω απότομα, να βρούμε, έλξη, τράβηγμα" και στο περίπτωση της χορδές των μουσικών οργάνων, "να παιξει μουσικη έγχορδα μέσο με τα δάχτυλα, και οχι με το πληκτρο".
Στην Βίβλο το "ψαλτήριο", και πληθυντικό του, "ψαλτήρια", χρησιμοποιείται για να μεταφράσει την keliy Εβραϊκά (כלי) στον Ψαλμό 70:22
22 καὶ γὰρ ἐγὼ ἐξομολογήσομαί σοι ἐν σκεύει ψαλμοῦ τὴν ἀλήθειάν σου, ὁ Θεός· ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ ᾿Ισραήλ
και 16:5 (נבל) σε Ι Σαμουήλ 10:5? 2 Σαμουήλ 6:5? I Βασιλέων 10:12? I 13:8 Χρονικών 15:16, 20, 28? 25:1, 6? II 5:12 Χρονικών 9:11? 20:28? 29:25, Νεεμίας 12:27, Ψαλμοί 33:2? 57:6? 81:2? 92:3? 108:2? 144:9 και 150:3 και ψαλτήριο σε Δανιήλ 3:5, 7, 10, και 15.
Στην χριστιανική εποχή ένα ψαλτήριο αποτελείται από ένα επίπεδο ηχείο με πολλές προ-συντονισμένες χορδές που ένυσσαν (γρατσουνούσαν) οι ψάλτες με τα νύχια. Ήταν επίσης γνωστό ως «κανών», όνομα από την ελληνική λέξη κανών που σημαίνει κράτος (κάτι που επικρατεί, και, επίσης, "τρόπος"). Η σύγχρονη ελληνική λαϊκή εκδοση του όργανου καλείται από το υποκοριστικό της, κανονάκι.
Το όργανο είναι συνήθως αρκετά μικρό και είναι φορητό. Απεικονίζεται σε μια σειρά από έργα τέχνης από την Μεσαιωνική Περίοδο.
Τον 19ο αιώνα διάφορες μορφές τέθηκαν σε χρήση, κυρίως το σαντούρι και η κιθάρα το σιτάρ.
Στον 20ο αιώνα, το ψαλτήριο έχει τεθεί σε ευρεία χρήση. Έχει ένα τραπεζοειδές σχήμα που επιτρέπει να ιχθύ ή να χτυπηθεί κάθε χορδής
Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να δηλώσει συλλογή ψαλμών. Αυτό είναι λάθος! Μια συλλογή ψαλμών όφειλε να λέγεται «Ψαλμολογιον» (όπως ανθολόγιον, εορτολόγιον, υμνολόγιον)
Οἱ ψαλμοὶ εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνας ἁγιορείτης Γέροντας κρατώντας τὸ ψαλτήρι ἔλεγε:"Ὁ Θεός ἔσκυψε καὶ εἶπε στὸ παιδί του τὸν Δαβίδ αὐτά ποὺ θέλει ν' ἀκούη"!
http://www.arxontariki.net/viewtopic.php?f=62&t=2077
κάνει την πάπια. Ορισμένοι καθαρευουσιάνοι λένε ότι «εποίησε την νήσσα». Η πάπια ή νήσσα είναι ένα υδρόβιο, νηκτικό πουλί που δεν είναι και τόσο αδιάφορο. Κάτι άλλο κρύβεται λοιπόν από πίσω:
Η λέξη μόρα είναι σλαβική και σημαίνει ερωμένη, πολύ πιστεύουν ότι η καταγωγή της είναι ελληνική και προέρχεται από την "Μορμώ" το θηλυκό μυθολογικό τέρας με το οποίο φόβιζαν τα παιδιά οι αρχαίοι. Ούτως ή άλλως η Μόρα είναι ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους μύθους του οποίου η ιστορία χάνεται στο βάθος των αιώνων. Παρόλα αυτά αρκετοί είναι εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν πως η Μόρα δεν είναι μύθος παρά μια ζωντανή πραγματικότητα...
Τι είναι τελικά η Μόρα (ή Μορούζι); Η Μόρα είναι ένα ανεξάρτητο πνεύμα. Σύμφωνα με τις περιγραφές είναι μία γυναίκα μαυροφορεμένη, η οποία εμφανίζεται στον ύπνο κάποιου συνήθως όταν κοιμάται ανάσκελα, του κρατάει τα χέρια και προσπαθεί να του πάρει την ανάσα.
Για την ακρίβεια, δεν μπορείς να κουνήσεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι και ο πόνος στο στήθος σου όπου κάθεται, σου κόβει την ανάσα σε σημείο που αισθάνεσαι ότι αργοπεθαίνεις και όντως αργοπεθαίνεις, εκτός αν την νικήσεις. Αν την γλιτώσεις, για τις επόμενες περίπου 3 μέρες εξακολουθείς να αισθάνεσαι έναν αρκετά ενοχλητικό οξύ πόνο στο στήθος και δεν μπορείς να πάρεις βαθιά ανάσα. Από τα λεγόμενα ανθρώπων που έχουν σπάσει τα πλευρά τους, υποθέτω ότι το συναίσθημα είναι παρόμοιο.
Εμφανίζεται με πολλές μορφές η πιο συνηθισμένη είναι αυτή της άσχημης γριάς, αλλά πολύ είναι αυτοί που την έχουν δει σαν όμορφη κοπέλα ή ακόμα και με την μορφή φωτεινής σφαίρας ή μικροσκοπικού νάνου κ.α.
Η Μόρα φοράει ένα μαύρο σκουφάκι, ο μύθος λέει πως όποιος καταφέρει να της το πάρει θα έχει τρεις ευχές (κάτι παρόμοιο με τον μύθο των Νεράιδων), στην περίπτωση που η Μόρα καταφέρει να του το ξαναπάρει πίσω τότε αυτός πεθαίνει. Από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα μόνο ένας είχε καταφέρει να της πάρει το σκουφάκι, η ευχή του ήταν, η Μόρα να γίνει πραγματική γυναίκα. Έτσι κι έγινε, αυτός παντρεύτηκε αυτή την γυναίκα και έκανε παιδιά μαζί της. Φρόντισε να κρύψει το σκουφάκι κάπου πολύ καλά. Ώσπου μια μέρα η Μόρα ξαναβρίσκει το σκουφάκι της και μετά εξαφανίστηκε πάλι.
Λίγα λόγια για τον μύθο. Μία εκδοχή είναι ότι η Μόρα είναι η Λίλιθ (Lilith) η πρώτη γυναίκα του Αδάμ, ή μια από της τρεις κόρες της. Όπως αναφέρουν τα γνωστικά κείμενα και τα απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης η Λίλιθ αποχώρισε από τον Παράδεισο για δύο πιθανούς λόγους:
1- Ήταν εκείνη που μύησε τον Αδάμ (μετά από προτροπή του Σατανά) στην απόλαυση του σεξ. Ήταν δηλαδή εκείνη που του δίδαξε ότι το σεξ δεν είναι μόνο για αναπαραγωγή αλλά και για ευχαρίστηση και αυτό εξόργισε τον Θεό και την εξόρισε.
2- Ο Αδάμ προσπάθησε να βιάσει την Λίλιθ, κι εκείνη τρομαγμένη έφυγε από τον Παράδεισο.
Ο Αδάμ, λυπήθηκε για την φυγή της Λίλιθ και ζήτησε από τον Θεό να του την φέρει πίσω. Εκείνος έστειλε τους 3 αγγέλους να την βρούν και να την φέρουν πίσω, όπου την βρήκαν κάπου στην Μεσοποταμία. Την παρακάλεσαν επανειλημμένα να επιστρέψει αλλά εκείνη αρνήθηκε. Τους είπε επίσης ότι για τους αιώνες των αιώνων, θα επισκέπτεται τα μικρά παιδιά στον ύπνο τους και θα τα πνίγει, για να εκδικηθεί. Οργισμένοι οι άγγελοι, την απείλησαν ότι θα ξεσηκώσουν την θάλασσα να την πνίξουν. Η Λίλιθ άρχισε να κλαίει και να τους παρακαλάει να την λυπηθούν. Όντως οι άγγελοι υπέκυψαν στα παρακάλια της και εκείνη για «ανταμοιβή» ορκίστηκε ότι δεν θα πειράζει τα παιδιά που θα έχουν τα ονόματα των 3 αυτών αγγέλων γραμμένα πάνω στην κούνια τους (εξ' ου και το χαρτί/περγαμηνή).
Τώρα, γιατί την άφησαν να φύγει παρόλο που δεν πήρε τον λόγο της πίσω (ότι δηλαδή θα εκδικηθεί), είναι ένα ερώτημα χωρίς απάντηση. Αλλά η Βίβλος βρίθει από τέτοια ερωτήματα έτσι κι αλλιώς. Για να ολοκληρώσω την ιστορία, στην συνέχεια λέγεται ότι ο Σατανάς την έκανε γυναίκα του και αρχόντισσα όλων των σκοτεινών υπάρξεων. Λέγεται επίσης ότι η Λίλιθ είναι και το πρώτο Βαμπίρ. Από τότε στοιχειώνει τα όνειρα των ανδρών και κάνει έρωτα μαζί τους, επιτίθεται στις έγκυες γυναίκες και τελικά τις σκοτώνει. Σύμφωνα με τα κείμενα εμφανίζεται και αυτή μαυροφορεμένη.
Μία πιο ορθολογική εξήγηση είναι πως η Μώρα είναι "ψυχικός βρικόλακας" δηλαδή μια σκεπτομορφή που δημιουργεί κάποιος και την στέλνει στον ύπνο κάποιου άλλου. Μία μορφή ενέργειας που προσπαθεί να πάρει την ενέργεια του θύματος (ή το αίμα του όπως γνωρίζουμε στις γνωστές ιστορίες με τους βρικόλακες) και τελικά το θύμα πεθαίνει. Μία μορφή Voodoo ή κάτι τέτοιο.
Το να προστατευτεί κάποιος από την Μόρα είναι πολύ δύσκολο. Για προστασία υπάρχουν πολλά ξόρκια, αλλά λέγεται ότι το πιο αποτελεσματικό είναι να γράψεις σε ένα χαρτί τα ονόματα των τριών αγγέλων που έστειλε ο Θεός να την καταδιώξουν (την Λίλιθ) όταν έφυγε από τον Παράδεισο, ο Σανβί, ο Σανσαβί και ο Σαμενγκελάφ. Τα ονόματά τους γράφονται κατά προτίμηση σε ενοχιανή ή αγγελικανή γραφή, με καθαγιασμένη πένα σε παρθένα περγαμηνή. Την περγαμηνή την βάζεις πάνω από το κρεβάτι. Υπάρχει και μία προσευχή που σε προστατεύει. Η προσευχή αυτή δεν έχει γραφτεί σε κανένα βιβλίο και η διάδοσή της γίνετε από στόμα σε στόμα εδώ και πολλούς αιώνες. Η προσευχή είναι η εξής:
Μόρα - Μόρα κακαβού μέτρα τα'στρα του'ρανού, την φακή του κιλού, τα βότσαλα της θαλάσσης και τις πέτρες της γης και μετά έλα σε'μένα
Την προσευχή αυτή την λες τρεις φορές όταν πέσεις για ύπνο και ως που να τα μετρήσει όλα αυτά η Μόρα, εσύ έχεις ξυπνήσει.
Πάντως, άπαξ και σε επισκεφτεί, κανένα ξόρκι δεν πρόκειται να πιάσει. Το μόνο που θα σε σώσει είναι το θάρρος και το θράσος. Πρέπει να την κοιτάξεις ίσια στα μάτια και να της δείξεις ότι δεν την φοβάσαι.
Η Μόρα δεν εμφανίζεται μόνο μία φορά αλλά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμα και για μια ολόκληρη ζωή. Γνωρίζουμε ακόμα ότι το φαινόμενο αυτό είναι κληρονομικό και μπορεί να εμφανιστεί σε άτομα της ίδια οικογένειας και στους απογόνους τους.
[Εικονα: δερμάτινο βυζαντινό κάλυμμα της κασσίδας. Την μόνη πρακτική χρήση που βλέπω είναι ως διακριτικό. Διάκριση με το χρώμα της αλογοουράς]
σανε";
Το αρχικό ήταν τα τσιγρίσανε < μσν. τσιγρώνω <τιγρώνω < αποτιγρώνω = δείχνω τα δόντια μου όπως η τίγρη. Άρα άλλο τιγρίσανε τα δόντια και άλλο τσουγκρίσανε τά ποτήρια.



Προέρχεται από το μεσαιωνικό ουσιαστικό αρτσιβούριον, κι αυτό από το αρμενικό arats-havoth = μηνυτής, αγελιαφόρος. Αναφέρεται στην πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, στη διάρκεια της οποίας οι Αρμένιοι ακολουθούν αυστηρότατη νηστεία Οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν με εχθρότητα αυτή τη συνήθεια, μάλιστα η μονή Μάμαντος επέμενε στην κατανάλωση αυγών και τυριού κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, για να διαχωριστεί από την αίρεση των Αρτζιβουρίων.
Η λέξη κατέληξε να γίνει συνώνυμη με την αταξία και την πλήρη ακαταστασία, γιατί οι Βυζαντινοί προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την καθιέρωση αυτής της νηστείας, το έκαναν με πολλούς και συχνά παράλογους τρόπους με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση.
Αργότερα στο αρτζιμπούρτζι προστέθηκε η λέξη λουλάς για να ενταθεί εκφραστικά η σύγχυση.
Αναρωτιέμαι μήπως ο γάντζος λεγόταν και "λουλάς" από το τούρκικο lule που σημαίνει σωλήνας.(Αλλο θέμα αν η λέξη εξειδικεύτηκε κατόπιν και σημαίνει την άκρη του σωλήνα του ναργιλέ εκεί που μπαίνει το τουμπεκί. και μετα, εκ του μερους το ολον: Λουλάς=Ναργιλες)
Επιβάτης: «Κουνήσου κυρά μου»
Η "Κυρά του": «Κουνήσου-μουνήσου εγώ δεν ξέρω, θα κουνηθώ όποτε θέλω εγώ».
Πάντως η έκφραση βάφτισε τις δυο γάτες του φίλου και συμ-προσκόπου Ηλία Μαμαλάκη. Τις βάφτισε Σάρα και Μάρα. Για το "Μάρα" ίσως ξέρει και ο, μακάρια τη πολτική λήξει, κ. Ρουσόπουλος. Η ίδια έκφραση δημιούργησε και ιστοχώρο: τον www.sara-mara.gr