Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

ΑΛΛΑΓΗ ΦΥΛΟΥ



ΑΡΗΣ ΣΤΟΥΓΙΑΝΝΙΔΗΣ
Αλλαγή φύλου
ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ Ή ΓΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ













ΑΕΝΑΟΝ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕΝΑΩΣ ΕΝΗΜΕΡΟΥΜΕΝΕΣ



29 Δεκεμβρίου 2015



Εισαγωγή



Στις μερες μας η αλλαγη φύλου εχει γινει πραγματικοτητα. Καποτε ηταν μονον στα χαρτια : Οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασιν ἡμῖν γυναῖκες, αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες. («οι άντρες μου έγιναν γυναίκες και οι γυναίκες άντρες») την είπε ο Ξέρξης για την Αρτεμισία όταν, κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, την είδε από το λόφο τού Αιγάλεω να βυθίζει ένα πλοίο (που νόμιζε πως ήταν) ελληνικό, ενώ τα κυβερνημένα από άντρες κυβερνήτες πλοία τού στόλου του σκόρπιζαν μέσα σε πανικό.  
Μα δεν συμβαινει μονο στους ανθρωπους η αλλαγη φυλου αλλά και στις λέξεις στα ονόματα και τα επίθετα. Αφηνουμε τις ανθρωπινες αλλαγες φυλλου στους πλαστικους χειρουργούς, τους τρανσεξουαλ                 και λοιοπους και κοιτάμε της αλλαγες του φυλου των λεξεων.

Έχουν οι λέξεις φύλο;

                Εχουν αλλά δεν το λένε. Το φύλο των λέξεων το λεμε γένος.

Τα γενη των ουσιαστικων

Πχ. η βαρκα ειναι ουσιαστικό γένους θηλυκου,  ο οπλιτης είναι ουσιαστικό γένους αρσενικου, το τραπεζι είναι ουσιαστικό γένους ουδετέρου.
Σε πολλά ιδιώματα που χρησιμοποιείς λέξεις της αρχαίας το γένος αλλάζει αυθαίρετα η με επίδραση άλλων πτώσεων
Πχ. τω παιδί (δοτ) > το παιδί(ονομαστικη)
Πχ. η πλαξ > την πλακα > η πλακα
Η αρκτος , ο αρκος

Από το γένος των ουσιαστικων εξαρταται και το γένος άλλων παρακολουθηματων όπως το αρθρο,το επίθετο και η μετοχη.

Το άρθρο

Διαμορφώνεται αναλογα με το γένος του ουσιαστικου που αφορα και την κλιση και τον αριθμο. Ο ανδρας , η γυναικα, το παιδι.
Στα Λαρισαιικα υπαρχουν παρεκκλίσεις: Η Μήτρους (αρσενικο) και σε άλλα ιδιώματα δημιουργειται νεα μορφη αρθρου «ου» πχ. ου Μητρους.

Στις κλισεις λιγο-πολύ ολοι χρησιμοποιουν  :
Για το αρσενικο Ενικ=ο, του, τω, τον, ω ,πληθ= οι , των, τοις, τους, ω
Για το Θηλυκο   η, της ,τη, την, ω ,αι, των, ταις ,τας, ω
Για το ουδετερο το, του ,τω, το, ω, τα των, τοις, τα, ω
Το ω δεν είναι άρθρο αλλά επιφώνημα.

Στη δημοτικη καταργηθηκε η δοτικη (Δεν λέμε πια Εν Αθήναις τῇ )
και ο δυικος αριθμος     (πχ. εβουλετο τω παίδε αμφοτέρω παρειναι, δηλ. και τα δυο του τα παιδιά)

Στο ποντικό ιδίωμα τα αρθρα δεν συμφωνουν παντοτε με το γένος του ουσιαστικου.Πχ. Επάτναγαν τα εκκλησίας και επαίρναν τα εικονας.
Στο κυπριακό ιδίωμα το άρθρο της γενικής του πληθυντικού για τα θηλυκά γίνεται ταις αντί του αρχαίου τας και του νέο ελληνικού τις.
Πχ. Νάχα ταις ομορφιές σου, Νάχα και ταις φωνάες σου και ταις παρπατησιες σου.

το επίθετο

Επειδή τα επίθετα προσδιορίζουν ουσιαστικά μπορεί να έχουν περισσότερα γένη και ανάλογες καταλήξεις.       
Το επίθετο είναι ερμαφρόδιτο προσαρμόζει το γένος ανάλογα με το ουσιαστικό. Πχ. ο κάλος άνθρωπος, η κακή γυναίκα, το καλό παιδί.

Η ποντική διάλεκτος δεν σέβεται αυτό τον κανόνα:
Πχ.
Έμορφος είσαι κορτσοπον,
την μαχαλά σ’ τιμασαι
Αλλ οσον αγαπώ σ΄εγω
η μανά σ΄κ΄ αγαπά σε

Επειδή το αρχικό αρχαίο ελληνικό επίθετο εὔμορφος, -ον (μορφή), αυτός που έχει ωραία μορφή, κομψός, χαριτωμένος, όμορφος, εμφανίσιμος, είναι τριγενές και δικατάληκτο.

Στην ποντική διαλεκτό το επίθετο δεν συμφωνεί ως προς τον αριθμό.
Πχ. Πολλά εξυπνέσσα.
Οι κύπριοι προτιμούν να μετατρέψουν το ρήμα σε ουσιαστικό για χα χρησιμοποιήσουν  επίθετο αντί επιρρήματος.
Πχ. ευχαριστώ πολλά αντί ευχαριστώ πολύ. Κατανοητό αν διαβαστεί:  πολλά «ευχαριστώ»

Υποκορισμός = Εξουδετέρωση

Ο υποκορισμός είναι δημιουργία μιας λέξης με υποκοριστική σημασία. (απ’οπου το υποκοριστικό) σημαίνει την μετατροπή μιας λέξης ώστε να εκφράζει μια σμίκρυνση συνήθως με χροιά χαϊδευτική ή ειρωνική (γατάκι, παιδαρέλι) και σπανιότερα την έννοια του περίπου (θα έρθω το βραδάκι), μια ευγενικότερη παράκληση (κάνε μου ένα καφεδάκι)

ο υποκορισμός γίνεται με την προσθήκη  Yυποκοριστικών  καταλήξεων. Yυποκοριστικά ρήματα
πχ.  ως ουσιαστικό το παιδί  έχει ως  υποκοριστικό, λέξη παιδάκι  υποκοριστική σημασία.
Υπάρχει πληθώρα υποκοριστικών καταλήξεων : -ακι, -ελι, -ουλα, -ιτσα
Μετά τον υποκορισμό με χρήση των καταλήξεων –και και –ελι τα ουσιαστικά γίνονται   ουδέτερα.
Ο άντρας  > το αντράκι
Η κοπέλα > το κοπελι
Εξαίρεση αγόρι > αγορίνα (τρυφερά από μητέρες επειδή τα κορίτσια είναι πιο δεκτικά σε τρυφερότητες).

Στα δε κυρία ονόματα ιδίως στην Κρήτη οι εις –και υποκορισμοί είναι συνηθέστατοι πχ ο Ιωσήφ κοινώς  Σηφης μεγεθύνεται σε   Σφάκας αποκομίζεται  Σηφακακι . Κατόπιν το ουδέτερο γίνεται επώνυμο και ανδρώνεται Σηφακακης! Γι αυτό πολλοί κρητικοί γράφουν το επώνυμο τους με κατάληξη –ακις και όχι –ακης. Πχ. Ζουριδάκις. Χατζηδάκις.
Η κατάληξη –ελι συνηθίζεται στη Λέσβο μωρό > μωρουδέλι  , καμπάνα > καμπανἐλι> επων. Ιάκωβος Καμπανέλης .
Η αλεπού > το αλεπουδέλι > ο Αλεπουδέλης   επωνυμο του Οδυσσεα Ελύτη.

Η ποντική διάλεκτος χρησιμοποιει συχνα το επιθημα –οπον για υποκορισμό και καταταντα παντα ουδετερο κορτσοπον, δρεπανοπον, γεφυροπον κα
Πχ.
Σένα γεφυροπον
Εμορφον κορτσοπον
Με το φουστανοπον
Το κοντον

Σον Αη-Ηλιά εδα κιεφκα
Θεριζ’ τ’εμον  τ’αρνοπον[1]
Και ντ’ εμορφα και νοστιμα
Κρατει το δρεπανοπον.

Συνάντησα στις «Παραδόσεις» του Ν. Πολίτη , Τομ. Β. σελ. 75 Παράδοση Νο 630 της Καλαμάτας, την λέξη «η κορίτσα» αντί του κορίτσι και είναι πολυ ομορφη και λογικη η κορη > η κοριτσα όπως η κορη > η κορουλα. 

Αττικοληκτα στην Δημιουργία κύριων ονομάτων

Η Κλειώ, η Ερατώ, η Μορμω, η βληχώ,  και άλλα  επέδρασαν πάνω σε πολλά κυρία ο ονόματα και τα εξουδετέρωσαν πχ. η Δέσποινα > η Δεσποινιώ > το Δεσποινιό, ή Μαρια > η Μάρω > η  Μαριώ [2]    το Μαριό, Μαρἀκι.

Συγκοπή

Στις Κυκλαδες δημιουργουνται  ουδέτερα ανδρικων κυριων ονοματων με συγκοπη της κατάληξης τους
Ο Αντωνης το Αντω
Ο Κωστας το Κω

Το συνηθειο αυτό απαντα στα Ιταλικα ιδιως στη διαλεκτο της Ναπολης και ως φαινεται κληρονομηθηκε επι ενετοκρατιας.

Η υποκοριστικη καταληξη -ουλα

Είναι λατινικη. Όταν λατινικες λέξεις περασαν, μεσω Βυζαντιου, στα ελληνικα περασαν και οι υποκοριστικες τους .
Σπαθη > spatha > spatula = σπατουλα
Σακκος > sacco  > saccula  = σακούλα
Caliga > Caligula > Ο Καλιγούλας
Canna > cannula > 
Cervus > cervula

Την βαλαμε ως υποκοριστικη κατάληξη σε παμπολλα Κυρια γυναικεια ονομαρα ονόματα Βουλα, Σουλα, Τουλα, Ρουλα, Κουλα, Λουλα, Νουλα, Φουλα συγκοπτοντας τα αντιστοιχα Παρασκε-Βουλα, Σπυριδουλα, Δημη-Τρουλα, Σταυ-Ρουλα, Βασιλι-Κουλα, Κα-Λουλα, Ελεν--Νουλα, Σο-Φουλα

-ινα

Κατά κανονα θηλυκη υποκοριστικη καταληξη στα λατινικα δειχαν προελευση
Μαρε μαρινα
Caro carina
Collo collina
Cors cortis > cortina
Doctor doctrina
Δινεται στα υποκοριστικα θηλυκων κυριων ονοματων. Ματινα, Κατινα, Μαρινα, κλπ



Μητρωνυμικα       

Αλλάζει το γένος στα αρσενικα μητρωνυμικα επωνυμα και συνηθως συνοδευεται και από μεταβολη του τονισμου και παρομοια τερτιπια. Έτσι δεν δειχνει πως εχει το ονομα της μητερας του για να μην φανει ως «αγνωστου πατρος».

Πχ
Ο Μαργαρίτης αντί ο της Μαργαριτας  (ο  γιος της Μαργαρίτας)
Ορφάνης ἤ Αρφάνης αντί Ορφανής (ο γιος της ορφανής)

Ο Κακιάς  (γιος της κακιας)
Ο Μαμής 
Ο Καλογρίτσας
Ο Κυρατσούς (της Κυρατσους, η Κυρατσω)

Το «αγνωστου πατρος» δεν σημαινει αναγκαστικα μπασταρδος. Ο πατερας δεν είναι γνωστός γιατι είναι ναυτικος και λειπει πολύ. Ελαχιστοι τον ξερουν ώστε να τον συνδεσουν με τα παιδια του. Ο Νικος ο Δημητριου (δηλαδη ο γιος του Δημητρη) πχ δεν λεει τιποτε στο χωριο αν ο Δημητρης είναι ναυτικος και λειπει συνεχως. Αν την μανα του γιου τη λενε Ιωαννα τον λενε ο Νικος [ο] της Γιαννουλας και μετα Νικος ο Γιαννούλας.
Τετοια φαινομενα απαντουν συχνοτερα στα νησια οπου οι πατεραδες είναι ναυτικοι και αποντες επι μακρον ἤ για παντα, συχνα γαρ τα ναυαγια.

Οι αρχαιοι εβαζαν μετα από το κυριο όνομα τους το όνομα του πατέρα τους και, αν συνετρεχε λογος, την φυλη ἤ την καταγωγη τους
Πχ. Θεμιστοκλης ο Νεοκλεους , Φρεάριος
Περικλής ο Ξανθίππου, Χολαργεύς
Κιμων ο Μιλτιάδου, Αθηναίος

Κατι αντιστοιχο διατηρουν σε μεγαλη συχνοτητα οι Κύπριοι που δεν συνηθιζουν πολύ τα εβραιοχριστιανικα κυρια ονόματα και προτιμουν τα αρχαια.
Δημητριου
Νεοκλεους
Νεοφυτου
Αριστειδου
Κλεανθους

Η συνηθεια επιβιωνει στο προθημα Ο’ των Ιρλανδικων επωνύμων, μια συν-τμηση του of (son of)

Μεχρι προσφατως οι γεροντες στα χωρια ρωτουσαν «τινος εισαι;» πιστευντας ότι αν τους ελεγες το κυριο όνομα του πατερα σου θα σε αναγνωριζαν.
«Ειμαι το Γιαννιό του Αντωνη του βαρκαρη από τα Μαλια».
Ενθα Γιαννιο το εξουδετερωθέν Γιάννης.

Υποκορισμός των Κυριων Ονοματων

Συνηθως καταντουν ουδέτερα
Ριτα Ριτακι
Μαριω Μακαρι
Νιτσα Ελενιτσα αλλά και Ελενακι
Στελιος , το Στελάκι
Γιαννης , το Γιαννακι (σκωπτικα και για το νεοσύλλεκτο)



[1] Αρνακι χαιδευτικα για νεα και ομορφη γυναικα, η αγαπημενη μου. Επιδραση από το τουρκικο κουζουμ =αρνι μου.
[2] Σε πολλά λαικα παραμυθια η αλεπου ονομαζεται κυρα-Μαριω, ἤ κερα-Μαρια επειδη είναι μαριολα.βεν. mariol `απατεώνας΄ -ης, -ος· μαριόλ(ης) –α. ενώ από το ηχητικο πλησιασμα ο λυκος λεγεται Νίκος ή  Νικολος. (Λυκος=Νικος) και ο Αρκτος (αρκουδα) των γυφτων ονομαζεται Μάρκος

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

ΙΣΑ ΡΕ ΜΑΓΚΑ!

Αυτο το ΙΣΑ δεν ειναι το ΙΣΙΑ = ευθεία, αλλα η προστακτική του Ιταλικου ρηματος  issare (Gal. hisser, Αγγλικο hoist) που σημαίνει ανασηκώνω. Ο ορος ειναι ναυτικός.

Ισα ρε μαγκα σημαινει σηκω ή σηκωσε [εαυτον] και φυγε γιατί αυτα που κάνεις εγω δεν τα ανέχομαι, δεν τα σηκωνω αυτα.

Απο το Ετυμ. Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη
ισα βαρκα ισα πανια = εμπρος η βάρκα, σηκωσε τα πανια

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Έρευνα για γκόμενα


Γούμενα
Χονδρό κανάβινο σχοινί, ο κάβος των καραβιών, η πρυμάτσα
Ετυμολογία
Από το ιταλικό gomena που πιθανώς προέρχεται από τον πληθυντικό ligameni του  λατινικού  ligamen =δεσμός, δέσιμο.
Μεταφορικά γκόμενα είναι η ερωμένη, ο ερωτικός δεσμός. Ο γκόμενος είναι η λέξη για τον εραστή. Οι παλαιότεροι έλεγαν τον εραστή ο λεγάμενος (με επηρεασμό από το λέγω, που σημαίνει αυτός περί του όποιου ομιλούμε, ο ειρημένος) προέρχονταν  όμως ο λεγάμενος από το ιταλικό legame=δεσμός.  (πβλ. lego = συνδέω, Lega, League, Super Leage > κολέγιο, κολεγιά, κολίγας, λέγειν, λεγάτος κλπ από το ελληνικό λέγω, που έχει και την σημασία=  ενώνω , συνδέω) η γκομενα=γουμενα=δεσμος και ο λεγάμενος είναι οι βασεις της γκομενας.
Οι ετυμολογίες του Παπαζαχαριου στο Λεξικό της Πιάτσας - Αργκό σελ 118 ειναι τραβηγμενες και αδυνατες
γκόμενα= α) ή ερωμένη, ή φιλενάδα β) ή νέα γυναίκα γενικά γ) ή σέξυ, ή πολύ θηλύκια, πού επιδεικνύει τή θηλυκότητα της. Μας κάνει τη γκόμενα^ παρασταίνει τη σέξι, την πολύ θηλύκια γυναίκα. Προπολεμική λέξη παρμένη από την αργεντινή μάρκα μιας λακ από γομοκόλλα για τα μαλλιά, της Gomina πού ή χρήση της θεωρούταν το άκρον άωτο της γυναικείας ομορφιάς. Με τον πόλεμο ή μάρκα αυτή χάθηκε, το γομάρι-σμα των μαλλιών πέρασε απ' τη μόδα, μια και ολόκληρη ή μόδα υποχώρησε. Μόνο οι θεατρίνες και οι ελαφρές γυναίκες συνέχισαν να το χρησιμοποιούν, μ' άλλα λόγια οι γυναίκες πού έκαναν περισσότερο για ερωμένες παρά για σύζυγοι. Έτσι ή γκομινα σημαινει γυναίκα καί κατά συγκοπή ή γκόμινα κατάντησε να σημαίνει τήν ερωμένη. Κι ή λέξη πήρε κακή καί χυδαια σημασία γιά τίς συζύγους καί σημασία απαγορευμένου καρπού γιά τούς άντρες. Όμως στά παιδιά άρεσε  πολύ ή λέξη καί ή σημασία της γιατί προτιμούσαν τίς ελεύθερες καί όμορφες γυναίκες πού έμοιαζαν περισ­σότερο μέ τίς γυναίκες τών προπολεμικών οικογενεια­κών φωτογραφιών, παρά μέ τίς μανάδες καί τίς συζύγους του Μεταπόλεμου πού είχαν παρουσιαστικό άφρόντιστο καί ουδέτερο. "Ετσι άπό τά παιδιά του σχολείου βγήκε ή έκφραση: πας άνήρ μάγκας, πάσα γυνή γκόμενα, όπου τό γκόμινα έγινε γκόμενα γιά περισσότερη ευκολία καί μόνο οί μεγάλοι τό πρόφεραν γκόμινα επειδή ήξεραν, άν όχι τήν παλιά του σημασία καί καταγωγή, τουλάχιστο τό ότι αυτή ήταν ή παλιότερη καί ή πιό σωστή μορφή τής λέξης. Καί μεγαλώνοντας ή μεταπολεμική γενιά τών παιδιών τό γκόμενα γενικεύτηκε γιά όλες τίς ωραίες γυναίκες καί δημιουργήθηκε καί τό αρσενικό του γκόμενος γιά τόν ώραϊο άντρα, τόν εραστή.

Αλλη ασταθης ερμηνεία ειναι οτι η γκόμενα παράγεται από το  ηγουμένη (μετ. του ηγούμαι). Η μετοχή ηγούμενη αφορά πρόσωπα. Το σχοινί δεν είναι πρόσωπο και δεν είναι και θηλυκό αλλά ουδέτερο (το σχοινί, το  παλαμάρι) η αρσενικό (ο κάλως) 

Ομως ακομη και σημερα στο πολεμικο ναυτικο αγόμενα ονομαζουν τα σχοινιά. το ρηματικό επιθετο αγομενα (απο την μετοχη του αγομαι) αφορά το ουσιαστικο πείσματα (=γενικως σχοινια, που παραλείπεται ωςευκόλως εννοούμενον). Ευκολα τα αγομενα, εγιναν τα ΄γόμενα και περασαν στην Ιταλικη ως gomena (που δεν εχει καμμια ιταλικη ριζα) και επεστρεψε ως αντιδάνειο στο ναυτικο λεξιλογιο ως γούμενα (πρυμάτσα, παλαμαρι, καραβοσχοινο) και στο μαγκικο ως γκομενα (δεσμός, ερωμενη, φιλενάδα).
Τρ. Γ. Μητσάκη – Φτωχο κομπολογακι μου
Χασαμε και  τη γκόμενα
και ολα τα επομενα
τώρα έχασα και σένα
γράψε αλίμονο σε μένα

Αποσπασμα απο το βιβλιο μου "... και ρίξ' το στο γιαλό" που ελπιζω να εκδοθει σύντομα.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Αποτρόπαιο, τρόπαιο, αποτροπιασμός


Αποτρόπαιο, τρόπαιο, αποτροπιασμός και δεν συμμαζεύεται

Το τρόπαιο    στην αρχαιότητα ήταν  μνημείο που στηνόταν από τους νικητές στον τόπο της μάχης, συνήθως ένας σωρός από λάφυρα
Αλλά τρόπαιο είναι  οποιοδήποτε αντικείμενο συμβολίζει μια νίκη ή επιτυχία, πολεμική, αθλητική ή άλλου είδους. (Αγγλ. Trophy)
Το τρόπαιο λειτουργούσε ως φόβητρο που έτρεπε σε φυγή τους εχθρούς.
Το τρόπαιο <αρχ. Ρ.  τρέπω = αλλάζω την κατεύθυνση
Ο φέρων τρόπαια, ο νικητής λεγόταν τροπαιοφόρος ή τροπαιούχος.

Αποτρόπαιο καλούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες το κάθε τι που μπορούσε να τρέψει σε φυγή κάποιον. Αυτό το πετύχαινε γιατί είχε τρομακτική μορφή ή θεϊκή δύναμη ή και τα δύο.
Ένα από τα πιο γνωστά αποτρόπαια ήταν η κεφαλή της Μέδουσας. Οποίος την έβλεπε μαρμάρωνε.
Ο Περσέας του την αποκεφάλισε την πλησίασε καρκινοβατώντας (με την όπισθεν) και της έκοψε το κεφάλι κυττάζοντας μέσα από την καλογυαλισμένη ασπίδα του χρησιμοποιώντας την σαν καθρέφτη.
Φυσικά όλα αυτά έγιναν και με την βοήθεια της Αθηνάς (συν Αθήνα και χείρα κινεί) που δεν την χώνευε την Μέδουσα. Τσακωνόντουσαν για το ποια είναι η πιο όμορφη.

[ΝΕΟ] Τα αποτρόπαια έμπαιναν και σε ασπίδες και στα ακροπρωρα των πλοιων. Δες το βιβλιο μου "... και ρίξτο στο γιαλο"

Αποτρόπαια μπορούν να θεωρηθούν τα φυλακτά (κυρίως το Τίμιο Ξύλο, τα Αγια λείψανα, εικόνες κλπ ) που υποτίθεται ότι αποτρέπουν εχθρούς, σφαίρες άλλα και πάσα νόσον και πάσαν μαλακίαν.

Γραμματολογικά η λέξη αποτρόπαιο είναι ουσιαστικό.

Η Μέδουσα είναι μετοχή του «μέδω» που σημαίνει άρχω, είμαι κύριος.

Από το αποτρόπαιο προέκυψε το ρήμα «αποτροπιαζω» και το ουσιαστικό «αποτροπιασμός».

Ο Καθ. Γ. Μπαμπινιώτης στο ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ του ορίζει το «αποτροπιασμός» : Τελετή για την αποτροπή του κακού και αντίστοιχα «αποτροπιάζω» : τελώ τον αποτροπιασμό.

Αντίθετα οι ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ – ΦΥΤΡΑΚΗΣ στο ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ισχυρίζονται πως αποτροπιασμός σημαίνει έντονη αποστροφή, φρίκη.

Ο Σταματάκος στο ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ αποτρόπαιον ονομάζει αυτόν που τρέπει σε φυγή κάποιον.

Εγώ πιστεύω ότι ο Μπαμπινιώτης έχει δίκαιο. Είναι φανερό ότι η τελετή του αποτροπιασμού δημιουργούσε και ανάλογα συναισθήματα. Όταν οι τελετές αυτές (ειδωλολατρικές επί το πλειστον) σταμάτησαν, η κυριολεξία του αποτροπιασμού έμεινε μόνον για να δηλώσει την συναισθηματική αυτή κατάσταση.

Αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε δεν μπορούμε να λέμε «εξέφρασε τον αποτροπιασμό του». Μια τελετή «τελείται» δεν «εκφράζεται». Όμως ποιος κυτταζει τα ψιλά γράμματα; Καθημερινά οι πάντες εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους. Έχουν τόσες ευκαιρίες! Γιατί να το κρύψομεν άλλωστε!

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Πλήθος Αγγέλων ψάλλουσι ....

Πλήθος Αγγέλων ψάλλουσι ....

... αντι του ορθου «ψάλλει» (το πλήθος ψάλλει), παντως παραδεκτή σαν εκφραση. Πρβλ. «ο κόσμος χτίζουν εκκλησιές» (Δημοτικό Ποιήμα) ή «Στου παπα-Λάμπρου την αυλή κοσμος ειναι μαζεμένοι» (Η παπαλάμπραινα – Δημοτικο Τραγουδι)

Τι σημαίνει ομως «Ψάλλω»

Ψάλλω: (επιτατικο του ψάω) : ψαύω, ψηλαφώ,εγγίζω, θιγων τι το θετω σε κινηση, ελκω τι και ειτα το αφίνω να επανέλθει εις την θέσιν του. (πχ. «τόξου νευράν ψάλλω»)

Ψάλτης: ο ψάλλων, ο παίζων εγχορδον όργανον, ο κιθαριστής.

Ι. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΣ, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. σελ. 1129

Τωρα κατάντησε ο ψάλτης να ειναι αυτος που τραγουδάει στην εκκλησιά και μόνο, χωρίς να κάνει χρήση μουσικών οργάνων. Εκ παραδόσεως δεν χρησιμοποιούνται μουσικά όργανα στις ορθοδοξες εκκλησιές.

Μια τεοια αναλογη μεταπτωση του νοηματος της λεξης εχουμε και στην «αιθουσα». Λεγαμε πχ. «Απαγορευεται το καπνισμα εντος της αιθουσης» ενω αιθουσα (εννοείται στοά) ειναι μεχτοχη του αιθω=φλεγομαι, με καπνο σηλ.σημαινει «αυτη που καπνιζει» βλ αιθω, αιθαλη, Αιτνα κλπ.

ΨΑΛΤΗΡΙΟ

To ψαλτήριο είναι ένα έγχορδo μουσικό όργανο της οικογένειας της άρπας ή του σαντουριού. Το ψαλτήριο της Αρχαία Ελλάδας (επιγόνειο) χρονολογείται τουλάχιστον από το 2800 π.Χ., όταν ήταν ένα οργανο σαν άρπα. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική ψαλτήριον "έγχορδο μέσο, ψαλτήριο, άρπα» και αυτό από το ρήμα ψάλλω που σημαινει "αγγίζω απότομα, να βρούμε, έλξη, τράβηγμα" και στο περίπτωση της χορδές των μουσικών οργάνων, "να παιξει μουσικη έγχορδα μέσο με τα δάχτυλα, και οχι με το πληκτρο".



Στην Βίβλο το "ψαλτήριο", και πληθυντικό του, "ψαλτήρια", χρησιμοποιείται για να μεταφράσει την keliy Εβραϊκά (
כלי) στον Ψαλμό 70:22

22 κα γρ γ ξομολογσομα σοι ν σκεει ψαλμο τν λθειν σου, Θες· ψαλ σοι ν κιθρ, γιος το ᾿Ισραλ

και 16:5 (נבל) σε Ι Σαμουήλ 10:5? 2 Σαμουήλ 6:5? I Βασιλέων 10:12? I 13:8 Χρονικών 15:16, 20, 28? 25:1, 6? II 5:12 Χρονικών 9:11? 20:28? 29:25, Νεεμίας 12:27, Ψαλμοί 33:2? 57:6? 81:2? 92:3? 108:2? 144:9 και 150:3 και ψαλτήριο σε Δανιήλ 3:5, 7, 10, και 15.

Στην χριστιανική εποχή ένα ψαλτήριο αποτελείται από ένα επίπεδο ηχείο με πολλές προ-συντονισμένες χορδές που ένυσσαν (γρατσουνούσαν) οι ψάλτες με τα νύχια. Ήταν επίσης γνωστό ως «κανών», όνομα από την ελληνική λέξη κανών που σημαίνει κράτος (κάτι που επικρατεί, και, επίσης, "τρόπος"). Η σύγχρονη ελληνική λαϊκή εκδοση του όργανου καλείται από το υποκοριστικό της, κανονάκι.

Το όργανο είναι συνήθως αρκετά μικρό και είναι φορητό. Απεικονίζεται σε μια σειρά από έργα τέχνης από την Μεσαιωνική Περίοδο.

Τον 19ο αιώνα διάφορες μορφές τέθηκαν σε χρήση, κυρίως το σαντούρι και η κιθάρα το σιτάρ.

Στον 20ο αιώνα, το ψαλτήριο έχει τεθεί σε ευρεία χρήση. Έχει ένα τραπεζοειδές σχήμα που επιτρέπει να ιχθύ ή να χτυπηθεί κάθε χορδής

Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να δηλώσει συλλογή ψαλμών. Αυτό είναι λάθος! Μια συλλογή ψαλμών όφειλε να λέγεται «Ψαλμολογιον» (όπως ανθολόγιον, εορτολόγιον, υμνολόγιον)

Ο ψαλμο εναι ργο το γίου Πνεύματος. νας γιορείτης Γέροντας κρατώντας τ ψαλτήρι λεγε:" Θεός σκυψε κα επε στ παιδί του τν Δαβίδ ατά πο θέλει ν' κούη"!

http://www.arxontariki.net/viewtopic.php?f=62&t=2077