Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Σαμπάνης (επώνυμο)

Οι επί των βαλανείων (δηλαδή των λουτρών) της Αυλής των βυζαντινών αυτοκρατόρων ονομαζόντουσαν a sabanis. Στα ελληνικά θα το λέγαμε "ο επί των σαβάνων". Ήταν δε το σάβανο λευκό ύφασμα το όποιο τύλιγαν γύρω από των μέση τους αυτοί που θα έμπαιναν στο λουτρό Του ίδιου τύπου ύφασμα χρησιμοποιούνταν για την περιτύλιξη του νεκρού, το σαβάνωμα.


Βλ. Φαίδωνος Κουκουλέ "Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός" - Τα Λουτρά Τόμος Δ. Σελ. 458


Saban στα Τουρκικά σημαίνει άροτρο. Θα μπορούσε να ήταν η ρίζα του επωνύμου Σαμπαντζής

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Κατίνα – Κατήνα και κατινιά

Κατίνα – Κατήνα και κατινιά
Κατίνα
Απο το Αικατερινη Υποκοριστικο
Κύριο ονομα. απο το (Αι)κατ(ερ)ινα > Κατερινα> Κατινα
Κατήνα

Απο το Ιταλικό catena=κατενα=αλυσίδα..
Όταν σημαίνει «αλυσίδα» την λέμε καδένα και μόνον όταν αναφερόμαστε σε αλυσίδα κοσμήματος ή της άγκυρας του πλοίου.
Ένα μέρος του σώματος μας μοιάζει πολύ με αλυσίδα. Η ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ ΣΤΗΛΗ. Γι΄αυτό λέμε ξακατηνιάστηκα δηλ. Με πόνεσε η μέση μου από υπερβολική κόπωση,
Στην Κρήτη υπάρχει επίρρημα πισωκάτηνα=πισώπλατα. (πρβλ. «Παίρνω ένα τσούρλο και του τον απολυταρώ πισωκάτηνα») [Ξανθ. Σ.229]

Κατίνα
Επίθετο πχ. Λέμε «Είναι αυτή μια ΚΑΤΙΝΑ», «αυτά όλα είναι κατινιές»
Αυτο προέρχεται από την τουρκική λέξη (ουσιαστικό) Kadin=γυναίκα. [Ξανθ. 219]
Είναι σαν να λέμε είναι μια γυναικούλα, κάνει γυναικουλίστικα καμώματα.
Όλα λέγονται με υποτιμητικό νόημα.

ΚΟΥΡΔΙΖΩ

ΚΟΥΡΔΙΖΩ
ΚΟΥΡΔΙΣΤΗΚΕ-ΤΟΝ ΚΟΥΡΝΤΙΣΑΝΕ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ
κ. κουρδίζω ρ. (κούρντ-ισα, -ίστηκα, -ισμένος) τεντώνω τις χορδές μουσικού οργάνου στον κατάλληλο τόνο | θέτω σε κίνηση μηχανισμό: κουρντίζω το ρολόι μου | (μτφ.) διοργανώνω: κουρντίσανε ένα σπουδαίο γλέντι | ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί | (μέσ.) κουρντίζομαι, στολίζομαι, φορώ τα καλά μου
(Τεγόπουλος - Φυτράκης – ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ.)

Νομίζω ότι το κουρδίζω με την έννοια του ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ με τις λοιπές εκφράσεις.
Βλ. Ιωαν. Σταματάκου ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Σκοροδίζω =διατρέφω με σκόρδον // εις αλέκτρορας προοριζόμενους δια αλεκτορομαχίας δίδω ως κύρια τροφή (ολίγον προ της μονομαχίας)σκόρδον το οποίο τους παροξύνει προς την μάχην.
Το «σκοροδίζω» > τους σκοροδίζεις > τους κοροδίζεις > τους κορδίζεις> τους κουρδίζεις.
Η έκφραση είναι αρκετά παλιά για να μην έχει σχέση με το «θέτω σε κίνηση μηχανισμό» και φυσικά έχει πολύ λίγη σχέση με την προετοιμασία μουσικού οργάνου.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Κοιτάζω ή κυττάζω;

Κοιτάζω ή κυττάζω
Η ορθογραφία του ρήματος αυτού (που σημαίνει βλέπω, παρατηρώ) έχει δυο οπτικές γωνίες που βασίζονται στις δυο Σχολές που προσπάθησαν να ετυμολογήσουν την λέξη.

1η Σχολή
Βερναρδάκης [Ν. Ημέρα 1885, - Φιλήντας Γλωσσογνωσία - Ανδριώτης - Κουκουλές
Το ετυμολογουν από το «κοίτη» (χώρος ή έπιπλο όπου κοιμάται κανείς), όπου ξαπλωμένος παρατηρούσε ο στρατιώτης, φρουρός ή φύλακας.

2η Σχολή
Χατζηδάκης [«Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά» ], και ο Αδαμάντιος Κοραής [«Πρόδρομος Ελλ. Βιλιοθήκης»]
απο το κυπταζω (βλ. Πατάκη-Τζιράκη «Λεξικό Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής» στη λ. κυπταζω =κύπτω, ερευνώ)


Ας δουμε τον Σταματακο [Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής σ.560]
Κυπτάζω, μέλ. -άσω. Θαμιστικόν του κύπτω= Κύ­πτω συνεχώς, σκαλίζω, μικροπραγμονώ, εξετάζω, ερευνώ λεπτομερώς γύρω από τι. πρβλ. κυττάζω).

Και αυτόθι [σ. 537]
Κοιτάζω βάλλω τινά εις την κοίτη (τ.ε. κλινην , να κοιμηθεί) κατακοιμίζω.

Το δικό μου σχόλιο
Ασχετα απο τους νεολεληνίζοντας γλωσσαμύντορες που αυθαίρετα γράφουν ότι τους κατεβάζει η κούτρα τους, ερωτώ τον νοήμονα αναγνώστη : « Η παρατήρηση, σαν ενέργεια, έχει περισσότερη σχέση με τον ύπνο (κοιτάζω) η με το σκύψιμο ( κυττάζω από το κυπταζω) που κάνει κάποιος για να πλησιάσει το αντικείμενο που προτίθεται να παρατηρήσει;» Αλλαλούμ και των γονέων Το επίτομο Λεξικό του «Ηλίου» αναφέρει στην σελίδα 260 στο λήμμα κυτταζω (δημ.) άλλως κοιτάζω : βλέπω, παρατηρώ Ο Δ.Η. Οικονομιδης διευθυντής του Μεσαιωνικού αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, γράφει στην «Γραμματική της Ελληνικής Διαλέκτου του Πόντου στην σελ. 212 «κοιτάμενος -μένη -μενον = κλινήρης» Παρατηρείται ότι οι νεώτεροι βλ. Ν. ΒΑΡΜΑΤΖΗ [Μικρό Ερμηνευτικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας - Εκδ. Μαλλιαρης Παιδεια 1981 σ.409] που αναφέρει : κοιτάζω, 1. στρέφω τ6 βλέμμα σε κάτι ή κάποιον, βλέπω Κοιτάζω την όμορφη γυναίκα. 2. προσέχω, φροντίζω: Κοιτάζει τους γονείς του. 3. εξετάζω άρρωστο. Ο γιατρός κοίταξε τον άρ­ρωστο. και αναιδέστατα παρακάτω ακολουθούν 4 ομορριζες λέξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την παρατήρηση, κάνοντας το «κοιτάζω» να φαίνεται ακόμα πιο παράφωνο.: κοίτασμα, το, στρώμα ορυκτών στην επιφάνεια της γης ή κάτω από αυτή.
κοίτη, ή, κοιλότητα τού εδάφους μέ­σα στην οποία ρέει ρυάκι ή ποτάμι.
κοιτίδα, ή, τόπος όπου για πρώτη φο­ρά καλλιεργήθηκε κάτι, πατρίδα. γε­νέτειρα: Κοιτίδα τής φιλοσοφίας εί­ναι ή Μίλητος.
κοιτώνας, ο, υπνοδωμάτιο, κρεβατο­κάμαρα

Οι Τεγόπουλος - Φυτράκης [Μείζον Ελληνικό Λεξικό] στην σελ. 597 γράφει χωρίς να ντρέπεται :
Κοιτάζω ρ. [από το αρχ. Κοιτάζω από το "κοίτη" ] βλέπω, παρατηρώ.
Λες και η κοίτη έχει καμία σχέση με το βλέμμα ή την παρατήρηση.

De gustibus
Ας δούμε ποιοι προτιμούν την γραφή κυττάζω

ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ

Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ' αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ' επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ' απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί· τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πια για να το αποκοιμίσει. -
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της.
Κ. Π. Καβάφης

Σηκώνομαι τη χαραυγή γιατί ύπνο δεν ευρίσκω,
ανοίγω το παράθυρο, κυττάζω τους διαβάταις,
κυττάζω τοις γειτόνισσαις και τοις καλοτυχίζω,
πώς ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω

http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_xenitia_next.html

Γ. Βυζάντιος «Βαβυλωνία».


... ακούς με, τόσο τόσο δε συλλογιούμαι για ξένες έννοιες...· τήρα δω, το νιτερέσο μου κυττάζω, κι άρα πάρα, ήλιος...
http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/bab/2-6.html
Γεροντικόν

Εγώ του αποκρίθηκε εκείνη μ' ετοιμότητα, κάνω αυτό που μου ταιριάζει. Από την πλευρά σου πλάστηκα, εσένα πρέπει να κυττάζω. Του λόγου σου όμως, που πλάστηκες από το χώμα, καλά θα κάνης να έχης διαρκώς το βλέμμα σου ριγμένο σ' αυτό.

http://www.geocities.com/lelefty/gerontik.htm

Εφαρμόστε και εσείς τα δικα σας γούστα. Επιλέξτε όποιο τρόπο γραφής γουστάρετε. Οι ορθογράφοι του Word θα σας δείχουν ως λάθος το σωστότερο "κυττάζω".


--------------------------------------------------------------------------------