Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

ΞΕ ΚΑΙ ΞΕΚΟΥΜΠΙΣΟΥ

ξεκουμπίζομαι - ξεκουμπίσου
Φεύγω βιαστικά και ολοκληρωτικά.
Το "ξε" είναι στερητικό πρόθεμα, κάτι σαν το στερητικό "α" (άγονος,άσχετος, αθάνατος). Έτσι λέμε "είπα και ξείπα", αλλά και "Ξέπαπα" λένε στην Κρήτη τον αποσχηματισμένο παπά. Υπάρχει και επώνυμο Ξεπαπαδάκης.
Το "ξε" είναι έχει και επιτατικό (ενισχυτικό) χαρακτήρα. Προέκυψε απο την πρόθεση εκ/εξ με αντιμετάθεση των γραμμάτων. Πχ. ξεπέφτω< αρχ. εξέπεσα, ξεδίνω από το αρχ. εξέδωσα. Το δεύτερο συνθετικό του ξεκουμπίσου δεν έχει σχέση με το κουμπί. Όταν φεύγω δεν ξεκουμπώνομαι μάλλον κουμπώνομαι αφού θα βγω έξω. Ο Φ. Κουκουλές (Αθηνά 56,313) πιθανολογεί ότι η λέξη προέρχεται από το αρχ. εκ-κομίζω που εξελίχθηκε σε ξε-κομιζω και σε ξεκομ[π]ίζω και σε ξεκουμπίζω και τέλος σε ξεκουμπίζομαι. Πολύ τραβηγμένη ερμηνεία όμως. Ο Σταματάκος (Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής σ. 317) ερμηνεύει εκ-κομιζω= κομίζω, φέρω άγω έξω. Μεταφέρω εις τόπον ασφαλή. Πουθενά δεν βρήκα τι σημαίνει η παθητική φωνή (εκκομιζομαι). Θα σήμαινε κάποιος τρίτος με εκκομίζει πράγμα που δεν ταιριάζει με το σημερινό "ξεκουμπίσου". Ο Κριαράς αναφέρει: ακουμπώ· ακομπώ.Α΄ Aμτβ. 1) Στηρίζομαι: κρατώντας το ραβδάκι ν’ ακουμπάω Bοσκοπ. 320. 2) Aγγίζω: Διήγ. Aλ. V 52. Β΄ (Mτβ.) τοποθετώ: Σουμμ., Παστ. φίδ. Xορ. α΄ [38]. [<μτγν.(;) ακουμβέω (DGE· πβ. όμως L-S Suppl., λ. ακκουμβίζω και LBG, λ. ακούμβω). H λ. στο Du Cange (λ. ακουμβίζω) και σήμ.]

Εμένα μου φαίνεται ότι δημιουργείται από το ξε(στερητικό)+[α]κουμπίζω απο το μεσν. ακουμπίζω απο το λατ. accumbo κατακλίνομαι. Άρα παύω να κάθομαι κάπου, δηλαδή αναχωρώ. Ετσι διακιολογείται και το γιώτα στην ορθογραφία. Αλλοιως θα γράφαμε ξεκουμπήσου.
πρβλ. accubitoria ad catacumbas = κοιμητήρια σε κατακομβες.
Επισης στο Βυζαντινό Παλάτιον ήταν γνωστή η αίθουσα των ιθ ακκουβίτων.(accubitus=ανάκλιντρο, καναπές).


Στον πρώτο νικητή, τον «συμπερέστην», ό Βασιλεύς έδιδε δύο χρυσά νομίσματα και στον δεύτερο ένα. Ακόμη οι νικηταί εκαλούντο και έτρωγαν στα ανάκτορα «επί τής κρείττονος θέσεως των ακκουβίτων».
(βλ. Περιοδικο Ιστορια τευχ. 67 O ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ)

βλ. "Ν.Π. Ανδριώτη Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής"

Πρβλ. "Δεν έχω πια που να ακουμπίσω".
Συχνός είναι επίσης ο διάλογος:
- Που νά το βάλω το μπουκάλι ;
- Ακούμπισέ το στο τραπέζι (αν ο απαντών διαθέτει την απαιτούμενη ευπρέπεια).

Δεν υπάρχουν σχόλια: