Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008
Η Ελληνική αρίθμηση στην Αγία Γραφή
Τώρα πια μας φαίνονται σαν περίεργα καραγκιοζάκια οι ημερομηνίες (κυρίως έτη) παλιών συγγραμμάτων. Μπορείτε να τις αποκωδικοποιήσετε με κλικ εδω Η Ελληνική αρίθμηση στην Αγία Γραφή
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008
ΣΥΚΑΡΗΣ (επωνυμο)

ΣΥΚΑΡΗΣ Ή ΣΙΚΑΡΙΣ ‘Η ΣΙΚΑΡΗΣ
Σην περίοδο 6-26 μ.X. ο Ρωμαίος Αυτοκράτωρ Οκταβιανός καθαιρεί τον Ηρώδη Αρχέλαο κι εγκαθιδρύει άμεση ρωμαϊκή διοίκηση στην Ιουδαία ώστε να επιτύχει την αποτελεσματική καταστολή του εβραϊκού εξτρεμισμού και των ανεξέλεγκτων μαχαιροβγαλτών "σικαρίων" που έσφαζαν και λήστευαν τους Ρωμαίους και άλλους εθνικούς της επαρχίας.
Αναφέρονται στην καινή διαθήκη στις Πραξεις των αποστόλων
Πράξεις Κεφ. 21:
36 ηκολουθει γαρ το πλήθος του λαου κραζοντες αίρε αυτόν
37 μελλων τε εισαγεσθαι εις την παρεμβολην ο Παυλος λεγει τω χιλιαρχω ει εξεστιν μοι ειπειν τι προς σε ο δε εφη ελληνιστι γινωσκεις
38 ουκ αρα συ ει ο αιγυπτιος ο προ τουτων των ημερων αναστατωσας και εξαγαγων εις την ερημον τους τετρακισχιλιους ανδρας των σικαρίων
39 ειπεν δε ο Παυλος εγω ανθρωπος μεν ειμι Ιουδαιος Ταρσευς της Κιλικιας ουκ ασημου πολεως πολιτης δεομαι δε σου επιτρεψον μοι λαλησαι προς τον λαον
40 επιτρεψαντος δε αυτου ο Παυλος εστως επι των αναβαθμων κατεσεισεν τη χειρι τω λαω πολλης δε σιγης γενομενης προσεφωνησεν τη εβραιδι διαλεκτω λεγων ...
Οι Σικάριοι είναι ένας όρος που εμφανίζεται , στην αμέσως προηγούμενη δεκαετία από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, στο 70 πΧ, με τούς εβραίους Ζηλωτές, που επιχείρησε να εκδιώξει τους Ρωμαίους και τους οπαδούς τους από την Ιουδαία. Οι Ζηλωτές κατέφευγαν ακόμα και στη δολοφονία να πετύχουν το στόχο τους. Έκρυβαν sicae, δηλ. μαχαίρια, από όπου έλαβαν και το όνομά τους «Σικάριοι». Σε λαϊκές συγκεντρώσεις, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του προσκυνήματος στον Ιερό Όρος, μαχαίρωναν τους εχθρούς τους (Ρωμαίους ή συμπαθούντες), θρηνώντας επιδεικτικά μετά την πράξη τους για να διαφεύγουν τον εντοπισμό.
Τα θύματα των Σικαρίων περιλαμβάνεται ο Αρχιερέας Ιωννάθαν, αν και είναι πιθανό ότι ο φόνος του ήταν υποκινούμενος από τον Ρωμαίο κυβερνήτη Felix. Ορισμένες από τις δολοφονίες είχαν τιμωρηθεί με σοβαρά αντίποινα από τους Ρωμαίους στο σύνολο του εβραϊκού πληθυσμού της χώρας. Σε άλλες περιπτώσεις, τους δωροδόκησε για να μην κτυπήσουν σκοπούμενα θύματα. Ακόμη και καταδικασμένοι Σικάριοι είχαν κατά καιρούς αφεθεί ελεύθεροι με την ελπίδα να λυπηθεί η οργάνωση τις ζωές των αντιπάλων.
Μετά την απαγωγή του Γραμματέα Ελεάζαρ, διοικητή του Ναού, συμφώνησαν να τον απελευθερώσουν με αντάλλαγμα δέκα από τους συντρόφους τους που είχαν συλληφθεί.
.

Η Σικά ήταν ένα σπαθ
ί στην αρχαία Ρώμη. Ήταν το όπλο της επιλογής που χρησιμοποιούνται από Θρακιώτες μονομάχους. Ήταν αρχικά απεικονίζεται ως καμπυλωτό σπαθί, (βλ. εικονα) με λεπίδα περίπου 16-18 ίντσες μεγάλη. Ο αργότερα η λεπίδα της σικά (από τα τέλη του πρώτου αιώνα μ.Χ.) είχε μια έντονη κλιση, σχεδόν 45 μοιρών, Αν και η πρώιμη έκοβε μόνο από την μια πλευρά, αργότερα η καμπυλωτή sica έκοβε και από τις δυο πλευρές της (πρβλ. Δίκοπο μαχαίρι). Το διακριτικό σχήμα σχεδιάστηκε για να ξεφύγει από τις πλευρές της ασπίδας του αντιπάλου, και να αλλά και να διευκολύνει την μαχαιριά στην πλάτη.Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αρα η εταιρεια ΣΥΚΑΡΗΣ ΑΕ (βλ λογότυπο) θα επρεπε να λεγεται ΣΙΚΑΡΗΣ ΑΕ και ισως να επρεπε να πουλαει καρπουζια, αντι για ηλεκτρικα ειδη ή σύκα, αφου το σλογκαν ολα τα σφαζω ολα τα μαχαιρώνω» της ερχεται κουτι.
ΓΗΣ ΜΑΔΙΑΜ
Γης Μαδιάμ
Σημασια
Λέμε τα έκανε «γης Μαδιάμ» και εννοούμε τα έκανε άνω κάτω.
Γεωγραφικά στοιχεία
Μαδιάμ
Το κέντρο της χώρας των Μαδιανιτών. Ανατολικά του κόλπου της Άκαμπα. Επί Μωυσή έλεγχαν το Σινά. Η Σεπφώρα, η Γυναίκα του Μωυσή (κόρη του Ιοθόρ) ήταν Μαδιανίτισα.
(Συνοπτική Εγκυκλοπαίδεια της Αγίας Γραφής . σελ 141).
http://www.blogger.com/img/gl.bold.gifΠηγές
Αβακούμ – Κεφάλαιο Γ Στ. 6-8
«...6. έστη και εσαλεύθη η γή. Επέβλεψε και διετάκη έθνη. Διεθρύβη τα όρη βία, ετάκησαν βουνοί αιώνιοι. 7. πορείας αιωνίας αυτού αντί κόπων είδον. Σκηνώματα Αιθιόπων πτοηθήσονται και αι σκηναί γης Μαδιάμ»
σε ελεύθερη μετάφραση:
Στάθηκε [ο Θεός] και η γη σάλεψε. Έριξε τη ματιά του και τα έθνη έλειωσαν. Θρύψαλα γίνανε με βία τα όρη και λειώσανε βουνά αιώνια. Τον αιώνιο δρόμο του με κόπο ειδα. Τα στρατόπεδα των Αιθιόπων θα φοβηθούν και οι σκηνές από την περιοχή του Μαδιάμ .
Ή στα Αγγλικά
Holy bible – King James Version - Habakkuk 3
He stood and measured the earth: he beheld and drove asunder the nations; and the everlasting mountains were scattered, the perpetual hills did bow: his ways are everlasting. 7. I saw the tents of Cushan in affliction and the curtains of the land of Midian did tremble.
Η όλη ιστορία περιγράφεται στο Βιβλίο της Αγ. Γραφής - Κριτές – ΣΤ και Ζ.
Παράρτημα Α
Σημασια
Λέμε τα έκανε «γης Μαδιάμ» και εννοούμε τα έκανε άνω κάτω.
Γεωγραφικά στοιχεία
Μαδιάμ
Το κέντρο της χώρας των Μαδιανιτών. Ανατολικά του κόλπου της Άκαμπα. Επί Μωυσή έλεγχαν το Σινά. Η Σεπφώρα, η Γυναίκα του Μωυσή (κόρη του Ιοθόρ) ήταν Μαδιανίτισα.
(Συνοπτική Εγκυκλοπαίδεια της Αγίας Γραφής . σελ 141).
http://www.blogger.com/img/gl.bold.gifΠηγές
Αβακούμ – Κεφάλαιο Γ Στ. 6-8
«...6. έστη και εσαλεύθη η γή. Επέβλεψε και διετάκη έθνη. Διεθρύβη τα όρη βία, ετάκησαν βουνοί αιώνιοι. 7. πορείας αιωνίας αυτού αντί κόπων είδον. Σκηνώματα Αιθιόπων πτοηθήσονται και αι σκηναί γης Μαδιάμ»
σε ελεύθερη μετάφραση:
Στάθηκε [ο Θεός] και η γη σάλεψε. Έριξε τη ματιά του και τα έθνη έλειωσαν. Θρύψαλα γίνανε με βία τα όρη και λειώσανε βουνά αιώνια. Τον αιώνιο δρόμο του με κόπο ειδα. Τα στρατόπεδα των Αιθιόπων θα φοβηθούν και οι σκηνές από την περιοχή του Μαδιάμ .
Ή στα Αγγλικά
Holy bible – King James Version - Habakkuk 3
He stood and measured the earth: he beheld and drove asunder the nations; and the everlasting mountains were scattered, the perpetual hills did bow: his ways are everlasting. 7. I saw the tents of Cushan in affliction and the curtains of the land of Midian did tremble.
Η όλη ιστορία περιγράφεται στο Βιβλίο της Αγ. Γραφής - Κριτές – ΣΤ και Ζ.
Παράρτημα Α
"Προσευχὴ ᾿Αμβακοὺμ τοῦ προφήτου μετὰ ᾠδῆς. - ΚΥΡΙΕ, εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου καὶ ἐφοβήθην· 2 Κύριε, κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην. ἐν μέσῳ δύο ζῴων γνωσθήσῃ, ἐν τῷ ἐγγίζειν τὰ ἔτη ἐπιγνωσθήσῃ, ἐν τῷ παρεῖναι τὸν καιρὸν ἀναδειχθήσῃ, ἐν τῷ ταραχθῆναι τὴν ψυχήν μου, ἐν ὀργῇ ἐλέους μνησθήσῃ. 3 ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμὰν ἥξει, καὶ ὁ ἅγιος ἐξ ὄρους κατασκίου δασέος. (διάψαλμα). ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετὴ αὐτοῦ, καὶ αἰνέσεως αὐτοῦ πλήρης ἡ γῆ. 4 καὶ φέγγος αὐτοῦ ὡς φῶς ἔσται, κέρατα ἐν χερσὶν αὐτοῦ, καὶ ἔθετο ἀγάπησιν κραταιὰν ἰσχύος αὐτοῦ. 5 πρὸ προσώπου αὐτοῦ πορεύσεται λόγος, καὶ ἐξελεύσεται εἰς παιδείαν κατὰ πόδας αὐτοῦ 6 ἔστη, καὶ ἐσαλεύθη ἡ γῆ· ἐπέβλεψε, καὶ διετάκη ἔθνη. διεβρύθη τὰ ὄρη βίᾳ, ἐτάκησαν βουνοὶ αἰώνιοι. 7 πορείας αἰωνίας αὐτοῦ ἀντὶ κόπων εἶδον· σκηνώματα Αἰθιόπων πτοηθήσονται καὶ αἱ σκηναὶ γῆς Μαδιάμ. 8 μὴ ἐν ποταμοῖς ὠργίσθης, Κύριε, ἢ ἐν ποταμοῖς ὁ θυμός σου; ἢ ἐν θαλάσσῃ τὸ ὅρμημά σου; ὅτι ἐπιβήσῃ ἐπὶ τοὺς ἵππους σου, καὶ ἡ ἱππασία σου σωτηρία. 9 ἐντείνων ἐντενεῖς τὸ τόξον σου ἐπὶ σκῆπτρα, λέγει Κύριος. (διάψαλμα). ποταμῶν ραγήσεται γῆ. 10 ὄψονταί σε καὶ ὠδινήσουσι λαοί, σκορπίζων ὕδατα πορείας αὐτοῦ· ἔδωκεν ἡ ἄβυσσος φωνὴν αὐτῆς, ὕψος φαντασίας αὐτῆς. 11 ἐπῄρθη ὁ ἥλιος, καὶ ἡ σελήνη ἔστη ἐν τῇ τάξει αὐτῆς· εἰς φῶς βολίδες σου πορεύσονται, εἰς φέγγος ἀστραπῆς ὅπλων σου. 12 ἐν ἀπειλῇ ὀλιγώσεις γῆν καὶ ἐν θυμῷ κατάξεις ἔθνη. 13 ἐξῆλθες εἰς σωτηρίαν λαοῦ σου τοῦ σῶσαι τὸν χριστόν σου· ἔβαλες εἰς κεφαλὰς ἀνόμων θάνατον, ἐξήγειρας δεσμοὺς ἕως τραχήλου. (διάψαλμα). 14 διέκοψας ἐν ἐκστάσει κεφαλὰς δυναστῶν, σεισθήσονται ἐν αὐτῇ· διανοίξουσι χαλινοὺς αὐτῶν ὡς ἐσθίων πτωχὸς λάθρᾳ. 15 καὶ ἐπεβίβασας εἰς θάλασσαν τοὺς ἵππους σου ταράσσοντας ὕδατα πολλά. 16 ἐφυλαξάμην, καὶ ἐπτοήθη ἡ κοιλία μου ἀπὸ φωνῆς προσευχῆς χειλέων μου, καὶ εἰσῆλθε τρόμος εἰς τὰ ὀστᾶ μου, καὶ ὑποκάτωθέν μου ἐταράχθη ἡ ἕξις μου. ἀναπαύσομαι ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως τοῦ ἀναβῆναι εἰς λαὸν παροικίας μου. 17 διότι συκῆ οὐ καρποφορήσει, καὶ οὐκ ἔσται γενήματα ἐν ταῖς ἀμπέλοις· ψεύσεται ἔργον ἐλαίας, καὶ τὰ πεδία οὐ ποιήσει βρῶσιν· ἐξέλιπον ἀπὸ βρώσεως πρόβατα, καὶ οὐχ ὑπάρχουσι βόες ἐπὶ φάτναις. 18 ἐγὼ δὲ ἐν τῷ Κυρίῳ ἀγαλλιάσομαι, χαρήσομαι ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου. 19 Κύριος ὁ Θεὸς δύναμίς μου καὶ τάξει τοὺς πόδας μου εἰς συντέλειαν· ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἐπιβιβᾷ με τοῦ νικῆσαί με ἐν τῇ ᾠδῇ αὐτοῦ
Ετικέτες
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008
Σαμπάνης (επώνυμο)
Οι επί των βαλανείων (δηλαδή των λουτρών) της Αυλής των βυζαντινών αυτοκρατόρων ονομαζόντουσαν a sabanis. Στα ελληνικά θα το λέγαμε "ο επί των σαβάνων". Ήταν δε το σάβανο λευκό ύφασμα το όποιο τύλιγαν γύρω από των μέση τους αυτοί που θα έμπαιναν στο λουτρό Του ίδιου τύπου ύφασμα χρησιμοποιούνταν για την περιτύλιξη του νεκρού, το σαβάνωμα.
Saban στα Τουρκικά σημαίνει άροτρο. Θα μπορούσε να ήταν η ρίζα του επωνύμου Σαμπαντζής
Βλ. Φαίδωνος Κουκουλέ "Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός" - Τα Λουτρά Τόμος Δ. Σελ. 458
Saban στα Τουρκικά σημαίνει άροτρο. Θα μπορούσε να ήταν η ρίζα του επωνύμου Σαμπαντζής
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Κατίνα – Κατήνα και κατινιά
Κατίνα – Κατήνα και κατινιά
Κατίνα
Απο το Αικατερινη Υποκοριστικο
Κύριο ονομα. απο το (Αι)κατ(ερ)ινα > Κατερινα> Κατινα
Κατήνα
Απο το Ιταλικό catena=κατενα=αλυσίδα..
Όταν σημαίνει «αλυσίδα» την λέμε καδένα και μόνον όταν αναφερόμαστε σε αλυσίδα κοσμήματος ή της άγκυρας του πλοίου.
Ένα μέρος του σώματος μας μοιάζει πολύ με αλυσίδα. Η ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ ΣΤΗΛΗ. Γι΄αυτό λέμε ξακατηνιάστηκα δηλ. Με πόνεσε η μέση μου από υπερβολική κόπωση,
Στην Κρήτη υπάρχει επίρρημα πισωκάτηνα=πισώπλατα. (πρβλ. «Παίρνω ένα τσούρλο και του τον απολυταρώ πισωκάτηνα») [Ξανθ. Σ.229]
Κατίνα
Επίθετο πχ. Λέμε «Είναι αυτή μια ΚΑΤΙΝΑ», «αυτά όλα είναι κατινιές»
Αυτο προέρχεται από την τουρκική λέξη (ουσιαστικό) Kadin=γυναίκα. [Ξανθ. 219]
Είναι σαν να λέμε είναι μια γυναικούλα, κάνει γυναικουλίστικα καμώματα.
Όλα λέγονται με υποτιμητικό νόημα.
Κατίνα
Απο το Αικατερινη Υποκοριστικο
Κύριο ονομα. απο το (Αι)κατ(ερ)ινα > Κατερινα> Κατινα
Κατήνα
Απο το Ιταλικό catena=κατενα=αλυσίδα..
Όταν σημαίνει «αλυσίδα» την λέμε καδένα και μόνον όταν αναφερόμαστε σε αλυσίδα κοσμήματος ή της άγκυρας του πλοίου.
Ένα μέρος του σώματος μας μοιάζει πολύ με αλυσίδα. Η ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ ΣΤΗΛΗ. Γι΄αυτό λέμε ξακατηνιάστηκα δηλ. Με πόνεσε η μέση μου από υπερβολική κόπωση,
Στην Κρήτη υπάρχει επίρρημα πισωκάτηνα=πισώπλατα. (πρβλ. «Παίρνω ένα τσούρλο και του τον απολυταρώ πισωκάτηνα») [Ξανθ. Σ.229]
Κατίνα
Επίθετο πχ. Λέμε «Είναι αυτή μια ΚΑΤΙΝΑ», «αυτά όλα είναι κατινιές»
Αυτο προέρχεται από την τουρκική λέξη (ουσιαστικό) Kadin=γυναίκα. [Ξανθ. 219]
Είναι σαν να λέμε είναι μια γυναικούλα, κάνει γυναικουλίστικα καμώματα.
Όλα λέγονται με υποτιμητικό νόημα.
ΚΟΥΡΔΙΖΩ
ΚΟΥΡΔΙΖΩ
ΚΟΥΡΔΙΣΤΗΚΕ-ΤΟΝ ΚΟΥΡΝΤΙΣΑΝΕ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ
κ. κουρδίζω ρ. (κούρντ-ισα, -ίστηκα, -ισμένος) τεντώνω τις χορδές μουσικού οργάνου στον κατάλληλο τόνο | θέτω σε κίνηση μηχανισμό: κουρντίζω το ρολόι μου | (μτφ.) διοργανώνω: κουρντίσανε ένα σπουδαίο γλέντι | ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί | (μέσ.) κουρντίζομαι, στολίζομαι, φορώ τα καλά μου
(Τεγόπουλος - Φυτράκης – ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ.)
Νομίζω ότι το κουρδίζω με την έννοια του ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ με τις λοιπές εκφράσεις.
Βλ. Ιωαν. Σταματάκου ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Σκοροδίζω =διατρέφω με σκόρδον // εις αλέκτρορας προοριζόμενους δια αλεκτορομαχίας δίδω ως κύρια τροφή (ολίγον προ της μονομαχίας)σκόρδον το οποίο τους παροξύνει προς την μάχην.
Το «σκοροδίζω» > τους σκοροδίζεις > τους κοροδίζεις > τους κορδίζεις> τους κουρδίζεις.
Η έκφραση είναι αρκετά παλιά για να μην έχει σχέση με το «θέτω σε κίνηση μηχανισμό» και φυσικά έχει πολύ λίγη σχέση με την προετοιμασία μουσικού οργάνου.
ΚΟΥΡΔΙΣΤΗΚΕ-ΤΟΝ ΚΟΥΡΝΤΙΣΑΝΕ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ
κ. κουρδίζω ρ. (κούρντ-ισα, -ίστηκα, -ισμένος) τεντώνω τις χορδές μουσικού οργάνου στον κατάλληλο τόνο | θέτω σε κίνηση μηχανισμό: κουρντίζω το ρολόι μου | (μτφ.) διοργανώνω: κουρντίσανε ένα σπουδαίο γλέντι | ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί | (μέσ.) κουρντίζομαι, στολίζομαι, φορώ τα καλά μου
(Τεγόπουλος - Φυτράκης – ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ.)
Νομίζω ότι το κουρδίζω με την έννοια του ερεθίζω, ιδ. με πειραχτικά λόγια: μην τον κουρντίζεις, γιατί θα σου ριχτεί ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ με τις λοιπές εκφράσεις.
Βλ. Ιωαν. Σταματάκου ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Σκοροδίζω =διατρέφω με σκόρδον // εις αλέκτρορας προοριζόμενους δια αλεκτορομαχίας δίδω ως κύρια τροφή (ολίγον προ της μονομαχίας)σκόρδον το οποίο τους παροξύνει προς την μάχην.
Το «σκοροδίζω» > τους σκοροδίζεις > τους κοροδίζεις > τους κορδίζεις> τους κουρδίζεις.
Η έκφραση είναι αρκετά παλιά για να μην έχει σχέση με το «θέτω σε κίνηση μηχανισμό» και φυσικά έχει πολύ λίγη σχέση με την προετοιμασία μουσικού οργάνου.
Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008
Κοιτάζω ή κυττάζω;
Κοιτάζω ή κυττάζω
Η ορθογραφία του ρήματος αυτού (που σημαίνει βλέπω, παρατηρώ) έχει δυο οπτικές γωνίες που βασίζονται στις δυο Σχολές που προσπάθησαν να ετυμολογήσουν την λέξη.
1η Σχολή
Βερναρδάκης [Ν. Ημέρα 1885, - Φιλήντας Γλωσσογνωσία - Ανδριώτης - Κουκουλές
Το ετυμολογουν από το «κοίτη» (χώρος ή έπιπλο όπου κοιμάται κανείς), όπου ξαπλωμένος παρατηρούσε ο στρατιώτης, φρουρός ή φύλακας.
2η Σχολή
Χατζηδάκης [«Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά» ], και ο Αδαμάντιος Κοραής [«Πρόδρομος Ελλ. Βιλιοθήκης»]
απο το κυπταζω (βλ. Πατάκη-Τζιράκη «Λεξικό Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής» στη λ. κυπταζω =κύπτω, ερευνώ)
Ας δουμε τον Σταματακο [Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής σ.560]
Κυπτάζω, μέλ. -άσω. Θαμιστικόν του κύπτω= Κύπτω συνεχώς, σκαλίζω, μικροπραγμονώ, εξετάζω, ερευνώ λεπτομερώς γύρω από τι. πρβλ. κυττάζω).
Και αυτόθι [σ. 537]
Κοιτάζω βάλλω τινά εις την κοίτη (τ.ε. κλινην , να κοιμηθεί) κατακοιμίζω.
Το δικό μου σχόλιο
Ασχετα απο τους νεολεληνίζοντας γλωσσαμύντορες που αυθαίρετα γράφουν ότι τους κατεβάζει η κούτρα τους, ερωτώ τον νοήμονα αναγνώστη : « Η παρατήρηση, σαν ενέργεια, έχει περισσότερη σχέση με τον ύπνο (κοιτάζω) η με το σκύψιμο ( κυττάζω από το κυπταζω) που κάνει κάποιος για να πλησιάσει το αντικείμενο που προτίθεται να παρατηρήσει;» Αλλαλούμ και των γονέων Το επίτομο Λεξικό του «Ηλίου» αναφέρει στην σελίδα 260 στο λήμμα κυτταζω (δημ.) άλλως κοιτάζω : βλέπω, παρατηρώ Ο Δ.Η. Οικονομιδης διευθυντής του Μεσαιωνικού αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, γράφει στην «Γραμματική της Ελληνικής Διαλέκτου του Πόντου στην σελ. 212 «κοιτάμενος -μένη -μενον = κλινήρης» Παρατηρείται ότι οι νεώτεροι βλ. Ν. ΒΑΡΜΑΤΖΗ [Μικρό Ερμηνευτικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας - Εκδ. Μαλλιαρης Παιδεια 1981 σ.409] που αναφέρει : κοιτάζω, 1. στρέφω τ6 βλέμμα σε κάτι ή κάποιον, βλέπω Κοιτάζω την όμορφη γυναίκα. 2. προσέχω, φροντίζω: Κοιτάζει τους γονείς του. 3. εξετάζω άρρωστο. Ο γιατρός κοίταξε τον άρρωστο. και αναιδέστατα παρακάτω ακολουθούν 4 ομορριζες λέξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την παρατήρηση, κάνοντας το «κοιτάζω» να φαίνεται ακόμα πιο παράφωνο.: κοίτασμα, το, στρώμα ορυκτών στην επιφάνεια της γης ή κάτω από αυτή.
κοίτη, ή, κοιλότητα τού εδάφους μέσα στην οποία ρέει ρυάκι ή ποτάμι.
κοιτίδα, ή, τόπος όπου για πρώτη φορά καλλιεργήθηκε κάτι, πατρίδα. γενέτειρα: Κοιτίδα τής φιλοσοφίας είναι ή Μίλητος.
κοιτώνας, ο, υπνοδωμάτιο, κρεβατοκάμαρα
Οι Τεγόπουλος - Φυτράκης [Μείζον Ελληνικό Λεξικό] στην σελ. 597 γράφει χωρίς να ντρέπεται :
Κοιτάζω ρ. [από το αρχ. Κοιτάζω από το "κοίτη" ] βλέπω, παρατηρώ.
Λες και η κοίτη έχει καμία σχέση με το βλέμμα ή την παρατήρηση.
De gustibus
Ας δούμε ποιοι προτιμούν την γραφή κυττάζω
ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ' αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ' επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ' απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί· τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πια για να το αποκοιμίσει. -
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της.
Κ. Π. Καβάφης
Σηκώνομαι τη χαραυγή γιατί ύπνο δεν ευρίσκω,
ανοίγω το παράθυρο, κυττάζω τους διαβάταις,
κυττάζω τοις γειτόνισσαις και τοις καλοτυχίζω,
πώς ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω
http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_xenitia_next.html
Γ. Βυζάντιος «Βαβυλωνία».
... ακούς με, τόσο τόσο δε συλλογιούμαι για ξένες έννοιες...· τήρα δω, το νιτερέσο μου κυττάζω, κι άρα πάρα, ήλιος...
http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/bab/2-6.html
Γεροντικόν
Εγώ του αποκρίθηκε εκείνη μ' ετοιμότητα, κάνω αυτό που μου ταιριάζει. Από την πλευρά σου πλάστηκα, εσένα πρέπει να κυττάζω. Του λόγου σου όμως, που πλάστηκες από το χώμα, καλά θα κάνης να έχης διαρκώς το βλέμμα σου ριγμένο σ' αυτό.
http://www.geocities.com/lelefty/gerontik.htm
Εφαρμόστε και εσείς τα δικα σας γούστα. Επιλέξτε όποιο τρόπο γραφής γουστάρετε. Οι ορθογράφοι του Word θα σας δείχουν ως λάθος το σωστότερο "κυττάζω".
--------------------------------------------------------------------------------
Η ορθογραφία του ρήματος αυτού (που σημαίνει βλέπω, παρατηρώ) έχει δυο οπτικές γωνίες που βασίζονται στις δυο Σχολές που προσπάθησαν να ετυμολογήσουν την λέξη.
1η Σχολή
Βερναρδάκης [Ν. Ημέρα 1885, - Φιλήντας Γλωσσογνωσία - Ανδριώτης - Κουκουλές
Το ετυμολογουν από το «κοίτη» (χώρος ή έπιπλο όπου κοιμάται κανείς), όπου ξαπλωμένος παρατηρούσε ο στρατιώτης, φρουρός ή φύλακας.
2η Σχολή
Χατζηδάκης [«Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά» ], και ο Αδαμάντιος Κοραής [«Πρόδρομος Ελλ. Βιλιοθήκης»]
απο το κυπταζω (βλ. Πατάκη-Τζιράκη «Λεξικό Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής» στη λ. κυπταζω =κύπτω, ερευνώ)
Ας δουμε τον Σταματακο [Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής σ.560]
Κυπτάζω, μέλ. -άσω. Θαμιστικόν του κύπτω= Κύπτω συνεχώς, σκαλίζω, μικροπραγμονώ, εξετάζω, ερευνώ λεπτομερώς γύρω από τι. πρβλ. κυττάζω).
Και αυτόθι [σ. 537]
Κοιτάζω βάλλω τινά εις την κοίτη (τ.ε. κλινην , να κοιμηθεί) κατακοιμίζω.
Το δικό μου σχόλιο
Ασχετα απο τους νεολεληνίζοντας γλωσσαμύντορες που αυθαίρετα γράφουν ότι τους κατεβάζει η κούτρα τους, ερωτώ τον νοήμονα αναγνώστη : « Η παρατήρηση, σαν ενέργεια, έχει περισσότερη σχέση με τον ύπνο (κοιτάζω) η με το σκύψιμο ( κυττάζω από το κυπταζω) που κάνει κάποιος για να πλησιάσει το αντικείμενο που προτίθεται να παρατηρήσει;» Αλλαλούμ και των γονέων Το επίτομο Λεξικό του «Ηλίου» αναφέρει στην σελίδα 260 στο λήμμα κυτταζω (δημ.) άλλως κοιτάζω : βλέπω, παρατηρώ Ο Δ.Η. Οικονομιδης διευθυντής του Μεσαιωνικού αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, γράφει στην «Γραμματική της Ελληνικής Διαλέκτου του Πόντου στην σελ. 212 «κοιτάμενος -μένη -μενον = κλινήρης» Παρατηρείται ότι οι νεώτεροι βλ. Ν. ΒΑΡΜΑΤΖΗ [Μικρό Ερμηνευτικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας - Εκδ. Μαλλιαρης Παιδεια 1981 σ.409] που αναφέρει : κοιτάζω, 1. στρέφω τ6 βλέμμα σε κάτι ή κάποιον, βλέπω Κοιτάζω την όμορφη γυναίκα. 2. προσέχω, φροντίζω: Κοιτάζει τους γονείς του. 3. εξετάζω άρρωστο. Ο γιατρός κοίταξε τον άρρωστο. και αναιδέστατα παρακάτω ακολουθούν 4 ομορριζες λέξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την παρατήρηση, κάνοντας το «κοιτάζω» να φαίνεται ακόμα πιο παράφωνο.: κοίτασμα, το, στρώμα ορυκτών στην επιφάνεια της γης ή κάτω από αυτή.
κοίτη, ή, κοιλότητα τού εδάφους μέσα στην οποία ρέει ρυάκι ή ποτάμι.
κοιτίδα, ή, τόπος όπου για πρώτη φορά καλλιεργήθηκε κάτι, πατρίδα. γενέτειρα: Κοιτίδα τής φιλοσοφίας είναι ή Μίλητος.
κοιτώνας, ο, υπνοδωμάτιο, κρεβατοκάμαρα
Οι Τεγόπουλος - Φυτράκης [Μείζον Ελληνικό Λεξικό] στην σελ. 597 γράφει χωρίς να ντρέπεται :
Κοιτάζω ρ. [από το αρχ. Κοιτάζω από το "κοίτη" ] βλέπω, παρατηρώ.
Λες και η κοίτη έχει καμία σχέση με το βλέμμα ή την παρατήρηση.
De gustibus
Ας δούμε ποιοι προτιμούν την γραφή κυττάζω
ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ' αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ' επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ' απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί· τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πια για να το αποκοιμίσει. -
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της.
Κ. Π. Καβάφης
Σηκώνομαι τη χαραυγή γιατί ύπνο δεν ευρίσκω,
ανοίγω το παράθυρο, κυττάζω τους διαβάταις,
κυττάζω τοις γειτόνισσαις και τοις καλοτυχίζω,
πώς ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω
http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_xenitia_next.html
Γ. Βυζάντιος «Βαβυλωνία».
... ακούς με, τόσο τόσο δε συλλογιούμαι για ξένες έννοιες...· τήρα δω, το νιτερέσο μου κυττάζω, κι άρα πάρα, ήλιος...
http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/bab/2-6.html
Γεροντικόν
Εγώ του αποκρίθηκε εκείνη μ' ετοιμότητα, κάνω αυτό που μου ταιριάζει. Από την πλευρά σου πλάστηκα, εσένα πρέπει να κυττάζω. Του λόγου σου όμως, που πλάστηκες από το χώμα, καλά θα κάνης να έχης διαρκώς το βλέμμα σου ριγμένο σ' αυτό.
http://www.geocities.com/lelefty/gerontik.htm
Εφαρμόστε και εσείς τα δικα σας γούστα. Επιλέξτε όποιο τρόπο γραφής γουστάρετε. Οι ορθογράφοι του Word θα σας δείχουν ως λάθος το σωστότερο "κυττάζω".
--------------------------------------------------------------------------------
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

