Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΜΕ ΦΟΥΝΤΕΣ



Συχνά χρησιμοποιούμε την έκφραση "δουλείες με φούντες" για να αναφερθούμε σε επιχειρήσεις (δουλειές) μεγάλου βεληνεκούς και κερδοφόρες.
Το Μειζον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ - Τεγόπουλος - Φυτράκης ερμηνεύει ως "φούντα" δέσμη από κλωστές ισομεγέθεις, ελεύθερες στο ένα άκρο, θύσανος φρ. δουλείες με φούντες, για εργασίες περίπλοκες και με κακές συνέπειες Η ερμηνεία (περίπλοκη και με κακές συνέπειες) αυτή είναι αυθαίρετη και δεν συνάδει με την συνήθη χρήση της έκφρασης.

Ο όρος "φούντα" αναφέρεται και για τον ανθοφόρο θύσανο της κάνναβης (χασίς) .

Στο Βυζάντιο ομως φούνδα ή κοιλιόδεσμος ή πουγγίον λεγόταν το σακίδιο με τα χρήματα που έζωναν στη μέση τους οι Βυζαντινοί.



Η ρίζα της λέξης είναι λατινική από το fundo, που σημαίνει κυριολεκτικά βυθίζω (το καράβι ή η επιχείρηση "πηγε φούντο" λέμε σήμερα). Θυμηθείτε το Αγγλικό Fund, το Γαλλικό fonds , το Ιταλικό fondo.

Μεταφορικά σημαίνει: θεμελιώνω, καθιερώνω, παγιώνω, πακτώνω και τελικά συνάπτω σύμβαση. Αυτό γιατί κατά την σύναψη μιας σύμβασης οι Ρωμαίοι συμβαλλόμενοι βύθιζαν τα ραβδιά τους στο έδαφος για να στερεώσουν συμβολικά την συμφωνία (pactun, βυζαν, πάκτον) βλ. Κ. ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΠΡΟΧΕΙΡΟΝ ΝΟΜΩΝ ή ΕΞΑΒΙΒΛΟΣ σελ. 411 και ΜΕΛ σ. 853 βλ . και την νομική ρήση "pacta sunt servanda" = τα συμφωνημένα είναι τηρητέα, πρέπει να τηρούνται. Ακόμα και τώρα λέμε "τα μιλημένα και τιμημένα" (τιμώ=τηρώ).

Ανακάλυψα και ένα ιδιαίτερο όρο:

Έως το 1935 υπήρχαν και «εγχειρίδιες αμοιβές», στην περίπτωση των οποίων ο ιερέας παίρνει τρόπον τινά τα χρήματα στο χέρι (υπάρχουν και «έκτακτες εγχειρίδιες αμοιβές» και «βασικές αμοιβές» [stipendia fundata]), οι οποίες στη Γερμανία είναι συν τοις άλλοις απαλλαγμένες από φορολογία.

KARLHEINZ DESCHNER
Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΜΟΣ 4 -ΚΑΚΤΟΣ

Δηλαδή η συμβατικές αμοιβές, οι τιμές τιμοκαταλόγου.

Εργασία "φουντάτη" εννοείται λοιπόν η συμβατικά κατοχυρωμένη εργασία και δεν έχει σχέση με την γνωστή φούντα=θύσανο. Το "φουντάτη" ερμηνεύτηκε από τους μεταγενέστερους "με φούντες". Η δουλειά με φούντες είναι λοιπόν μια σίγουρη και καλή δουλειά, και όχι θυσανωτή δουλειά.



Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ

Εγώ ποπάς κι ίνουμαι

Στίχοι: Παραδοσιακό

Μουσική: Παραδοσιακό

Εκτελέσεις: Αχιλλέας Βασιλειάδης


Εγώ ποπάς κι ίνουμαι
σο ιερόν κ’ εμπαίνω
σίντε θα ψάλλω τραγωδώ
σασεύω κι απομένω.

Απ’ αδά κι απάν’ μη πας
κόφτ’ τ’ ωτία σ’ ο ποπάς
όσο και να εν ποπάς εν
άλλο κι ξομολογά σεν.

Ας λέγω σας ντο είπε με
ένας καλός ποπάς
έμορφον είδες φίλ’ετόν
το κρίμα σ’ μη ρωτάς.

Απ’ αδά κι απάν’ μη πας
κόφτ’ τ’ ωτία σ’ ο ποπάς
όσο και να εν ποπάς εν
άλλο κι ξομολογά σεν.

Επήγα σον πνευματικόν
είπα την αμαρτία μ’
ατό είπε με τηδέν κ’εν
ποίσον ατό άλλον μίαν.

Απ’ αδά κι απάν’ μη πας
κόφτ’ τ’ ωτία σ’ ο ποπάς
όσο και να εν ποπάς εν
άλλο κι ξομολογά σεν.

Μετάφραση
Εγώ παπάς δε γίνομαι

Εγώ παπάς δε γίνομαι
στο ιερό δεν μπαίνω
καθώς θα ψάλλω θα τραγουδώ
θα τα χάνω και θα απομένω [άναυδος]

Επωδός - ρεφραίν

Από εδώ και πέρα να μην προχωρήσεις
γιατί ο παπάς θα σου κόψει τ΄αυτιά
όσο και νά' ναι [ανεκτικός], παπάς είναι
άλλη φορά δεν θα σ΄εξομολογήσει


Ας σας πω τι μου είπε
ένας καλός παπάς
"είδες ενα όμορφο; Φίλα τον
μη ρωτάς αν αμάρτησες"


Επωδός - ρεφραίν

Πήγα στον πνευματικό
είπα την αμαρτία μου.
Αυτός μού είπε "τίποτα δεν ειναι.
Κάνε το άλλη μια φορά"

Επωδός- ρεφραίν

Για το κόψιμο των αυτιών βλέπε στο
http://users.otenet.gr/~asto/diapobeysi1.htm#pontiako_ref

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

"Δε μου λες" ή "δε με λες"

«ΜΕ ΛΕΣ» Ή «ΜΟΥ ΛΕΣ»

Άρθρο του Καθηγητή Γεώργιου Μπαμπινώτη στο "ΒΗΜΑ"

Το όλο θέμα ξεκινά σε παλαιότερες εποχές, με την κατάργηση της δοτικής, οπότε και γεννιέται η ανάγκη να βρεθεί νέα λύση εκεί που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούταν η συγκεκριμένη πτώση. Έτσι, καθημερινές φράσεις όπως π.χ. το "λέγεις μοι" παύουν να υφίστανται και η γλώσσα αναζητά έναν νέο τρόπο έκφρασης. Στην Βόρειο Ελλάδα προτιμήθηκε η αιτιατική ενώ στην Νότιο Ελλάδα η γενική για να δώσουν (σε νεώτερα ελληνικά) "με λες" και "μου λες", αντίστοιχα.

Και οι δύο αυτοί τύποι είναι σωστοί καθώς χρησιμοποιούνται κανονικότητα μέσα στους αιώνες από τους Έλληνες.

Κατά μίαν άποψη η αιτιατική είναι πιο κοντά στην δοτική οπότε, όσο παράξενο και να ακούγεται, ο βορειοελλαδίτικος τύπος (με λες) θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι πιο δικαιολογημένος. Ο βασικότερος λόγος που σήμερα η σύνταξη με γενική θεωρείται ορθότερη (μου λες) είναι μάλλον επειδή η Νότιος Ελλάδα απελευθερώθηκε πρώτη και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στο νέο κράτος ήταν αυτή που μιλούσαν σε εκείνα τα μέρη.

Σήμερα, ειδικά μέσω των μέσων μαζική ενημέρωσης, έχει καθιερωθεί γενικότερα ο τύπος με την γενική. Το βέβαιο είναι πως έχει περάσει στο υποσυνείδητο μας ως ο ορθός τρόπος αν και αυτό όπως είδαμε δεν στέκει πραγματικά. Παρεμπιπτόντως, δυο από τους λογοτέχνες που έχουν γράψει με τον συγκεκριμένο τρόπο είναι ο Κώστας Π. Καβάφης και ο Αθανάσιος Χριστόπουλος.

Ας μην ξεχνάμε το εξής σημαντικό: οι νοτιοελλαδιτες, που εκφράζουν τη δοτική μέσω γενικής λέγοντας "θα σου πω κάτι", "θα του δώσω κάτι", στον πληθυντικό διαπράττουν ακριβώς το "σφάλμα" που καταλογίζουν στα εκ Βορρά αδέλφια τους, και λένε: "θα σας πω κάτι", "θα τoυς δώσω κάτι". Χρησιμοποιούν δηλαδή αιτιατική! Επομένως, καθαρά από απόψεως ομοιογένειας, τα βόρεια ιδιώματα είναι πιο συνεπή διότι χρησιμοποιούν αιτιατική και στον ενικό και στον πληθυντικό. ..."

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ



ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Πολλά έχουν γραφεί για τον χαρταετό.

Κατά την επικρατούσα άποψη, οι χαρταετοί είναι επινόηση των Ανατολικών λαών. Σε αυτές τις χώρες, η τέχνη της κατασκευής χαρταετών τελειοποιήθηκε, φτάνοντας στο σημείο να φτιάχνουν "ιπτάμενους" δράκους, πουλιά, ψάρια, ζώα. Τους στόλιζαν με ευχές και επιθυμίες, και τις έστελναν με έναν αετό, όσο πιο κοντά μπορούσαν στον Θεό

Και κατά την ελληνική αρχαιότητα υπήρξαν δείγματα προσπαθειών κατασκευής αετών. Αναφέρεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας χρησιμοποίησε στις μελέτες του τον αετό. Θεωρείται ο τελευταίος αλλά και ο σημαντικότερος των Πυθαγορείων. επίσης σε ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής, υπάρχει παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια λευκή σαΐτα από το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει.

Στην Ευρώπη ο χαρταετός εμφανίζεται γύρω στο 1400 μ.Χ. τον έφεραν εξερευνητές που είχαν επιστρέψει από την Ασία. από πανί, όπως τα πανιά των πλοίων. Γραπτές αναφορές για την παρουσία αετού στην Ευρώπη συναντάμε σε γερμανικά έγγραφα του 1450. Αργότερα, το 1606, ένας Ισπανός κληρικός έγραφε στο ημερολόγιο του ότι τον χρησιμοποιούσαν σαν "παιχνίδι χαράς, την ημέρα του Πάσχα".

Στις μέρες μας η κατασκευή του χαρταετού είναι εύκολη υπόθεση.

Το πέταγμα του αετού την Καθαρή Δευτέρα είναι ένα όμορφο παιχνίδι, ένα γραφικό έθιμο, ένα πανηγύρι χρωμάτων στους ουρανούς μας.

ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ΕΠΙΛΕΧΘΗΚΕ Η ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΙΜΟ;


Ένα τραγουδάκι της εποχής του Αλεξίου Κομνηνού [βλ. Παραπανω τη Χαλκογραφια που εικονίζει τον Αλέξιο να δέχεται τον Γοδεφρίγο ντε Μπουγιόν], από τα παλαιότερα Ελληνικά δίστιχα , περιέγραφε ένα περιστατικό μιας συνωμοσίας εις βάρος του αυτοκράτορα:

Το Σάββατον της Τυρινής, χαρείς, Αλέξιε, εννόησες το,
και την ∆ευτέραν το πρωί, ύ
πα καλώς, γεράκι μου.

Πάει να πεί

Το Σάββατο της Τυρινής, να χαρείς, Αλέξιε, το εννόησες [οτι συνομοτούν εναντίον σου],
και την [Καθαρή] ∆ευτέρα το πρωί, ύπαγε [πήγαινε] στο καλό, γεράκι μου.


Ίσως οι Βυζαντινοί να εφάρμοζαν το έθιμο την Καθαρά Δευτέρα σε ανάμνηση του ιστορικού αυτού συμβάντος.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ - SMS - Ελληνική προέλευση

Όσο και να σας φανεί παράξενο η λέξη είναι Ελληνικής προελεύσεως (και μάλιστα από την Θεσσαλική διάλεκτο). Προέρχεται από την φράση "Σ΄έστλα Μ΄έστλες Σι ξανάστλα". Οι αδαείς ξένοι αγνοούν την προέλευση.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΑ - Εξουδετέρωση

Η Χριστού γέννα (δηλ. η γέννηση του Χριστού) εξουδετερώθηκε! Από θηλυκή έγινε ουδέτερη και μάλιστα στον πληθυντικό. Λέμε "Καλά Χριστούγεννα" και όχι "Καλή Χριστού γέννα".
Γιατί παρετυμολογήθηκε έτσι;
Γιατί μέχρι τότε οι Ελληνικές γιορτές ήταν όλες ουδέτερες. (Δες ενδεικτικό κατάλογο παρακάτω). Μια γιορτή θηλυκού γένους ηχούσε παράξενα στα ελληνικά αυτιά. Έτσι εξουδετερώθηκε.
Τα "Θεοφάνια" ή "Επιφάνεια" την γλύτωσαν γιατί ακολουθούσαν τον κανόνα εκ γενετής.



Κατάλογος των εορτών των αρχαίων Ελλήνων.
Τα
Πυανέψια
τὰ Θεσμοφόρια
τα
Aνθεστήρια
τα
Eλαφηβόλια
τα
Διονύσια ( εν Άστει και κατ' αγρούς)
τα Βραυρώνια,
τα Ολυμπίεια

τα Θαργήλια,
τα Καλλυντήρια
τα Πλυντήρια

τα Σκιροφόρια
τα Παναθήναια
τα Κρόνια

τα Μεταγείτνια
τα Ηράκλεια

τα Βοηδρόμια
τα Ελευσίνια

τα Μαιμακτήρια
τα Πομπαια

τα Ποσείδεα
τα Αλώα

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

ΜΟΡΑ ΚΑΙ ΚΑΣΣΙΔΑ


Όταν κάποιας μας προσφωνεί με την λέξη "μωρέ" εμείς του απαντάμε με την φράση "μόρα και κασσίδα". (Ανάλογη τέτοια αντιφώνηση στο "Α!" λέμε "άξεινος και ξερός")

Ας δούμε πρώτα την κασσίδα: Η κασσίδα <μεσαιωνική ελληνική, κασσίδα < κασσίδιον, υποκοριστικό του κάσσις < λατινική cassis (κράνος) Βυζαντινό αλυσιδωτό κράνος. Η κασσίδα δημιούργησε την λέξη κασσιδιάρης. Κασσίδα είναι όμως και πάθηση του τριχωτού της κεφαλής. Τα μαλλιά παίρνουν μια φολιδωτή εμφάνιση σαν του αλυσιδωτού κράνους. Αυτή την κασσίδα ξέρει ο λαός. Τι είναι όμως ή μόρα; Είναι η λακωνική προφορά του μοίρα που σημαίνει μερίδιο,(πρβλ. η νόμιμος μοίρα), σημαίνει και το πεπρωμένο (το μερίδιο σου στα καλά και τα κακά, αυτό που σε περιμένει (πρβλ. να σου πω τη μοίρα σου, να σου πω το ριζικό σου). Μοίρα σημαίνει και τμήμα στρατού (ο γράφων υπηρέτησε στην 135 Μοίρα πεδινού Πυροβολικού) (πρβλ. Μοίραρχος)

Βέβαια τελείως ανεξάρτητα βρίσκει κανείς στη λαϊκή βιβλιογραφία την λέξη Μόρα (κύριο όνομα) να σημαίνει μια ξωθιά, ξωτικό , νεράιδα κατάλοιπο ίσως της αρχαίας Μορμώς. Αυτό το Μόρα ήξερε ο λαός όταν τα αρχαία περάσαν στην αρχαιότητα.
Αντιγράφω από το http://sxeseis.gr/viewthread.php?tid=9546



Η λέξη μόρα είναι σλαβική και σημαίνει ερωμένη, πολύ πιστεύουν ότι η καταγωγή της είναι ελληνική και προέρχεται από την "Μορμώ" το θηλυκό μυθολογικό τέρας με το οποίο φόβιζαν τα παιδιά οι αρχαίοι. Ούτως ή άλλως η Μόρα είναι ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους μύθους του οποίου η ιστορία χάνεται στο βάθος των αιώνων. Παρόλα αυτά αρκετοί είναι εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν πως η Μόρα δεν είναι μύθος παρά μια ζωντανή πραγματικότητα...

Τι είναι τελικά η Μόρα (ή Μορούζι); Η Μόρα είναι ένα ανεξάρτητο πνεύμα. Σύμφωνα με τις περιγραφές εί
ναι μία γυναίκα μαυροφορεμένη, η οποία εμφανίζεται στον ύπνο κάποιου συνήθως όταν κοιμάται ανάσκελα, του κρατάει τα χέρια και προσπαθεί να του πάρει την ανάσα.

Για την ακρίβεια, δεν μπορείς να κουνήσεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι και ο πόνος στο στήθος σου όπου κάθεται, σου κόβει την ανάσα σε σημείο που αισθάνεσαι ότι αργοπεθαίνεις και όντως αργοπεθαίνεις, εκτός αν την νικήσεις. Αν την γλιτώσεις, για τις επόμενες περίπου 3 μέρες εξακολουθείς να αισθάνεσαι έναν αρκετά ενοχλητικό οξύ πόνο στο στήθος και δεν μπορείς να πάρεις βαθιά ανάσα. Από τα λεγόμενα ανθρώπων που έχουν σπάσει τα πλευρά τους, υποθέτω ότι το συναίσθημα είναι παρόμοιο.

Εμφανίζεται με πολλές μορφές η πιο συνηθισμένη είναι αυτή της άσχημης γριάς, αλλά πολύ είναι αυτοί που την έχουν δει σαν όμορφη κοπέλα ή ακόμα και με την μορφή φωτεινής σφαίρας ή μικροσκοπικού νάνου κ.α.

Η Μόρα φοράει ένα μαύρο σκουφάκι, ο μύθος λέει πως όποιος καταφέρει να της το πάρει θα έχει τρεις ευχές (κάτι παρόμοιο με τον μύθο των Νεράιδων), στην περίπτωση που η Μόρα καταφέρει να του το ξαναπάρει πίσω τότε αυτός πεθαίνει. Από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα μόνο ένας είχε καταφέρει να της πάρει το σκουφάκι, η ευχή του ήταν, η Μόρα να γίνει πραγματική γυναίκα. Έτσι κι έγινε, αυτός παντρεύτηκε αυτή την γυναίκα και έκανε παιδιά μαζί της. Φρόντισε να κρύψει το σκουφάκι κάπου πολύ καλά. Ώσπου μια μέρα η Μόρα ξαναβρίσκει το σκουφάκι της και μετά εξαφανίστηκε πάλι.

Λίγα λόγια για τον μύθο. Μία εκδοχή είναι ότι η Μόρα είναι η Λίλιθ (Lilith) η πρώτη γυναίκα του Αδάμ, ή μια από της τρεις κόρες της. Όπως αναφέρουν τα γνωστικά κείμενα και τα απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης η Λίλιθ αποχώρισε από τον Παράδεισο για δύο πιθανούς λόγους:

1- Ήταν εκείνη που μύησε τον Αδάμ (μετά από προτροπή του Σατανά) στην απόλαυση του σεξ. Ήταν δηλαδή εκείνη που του δίδαξε ότι το σεξ δεν είναι μόνο για αναπαραγωγή αλλά και για ευχ
αρίστηση και αυτό εξόργισε τον Θεό και την εξόρισε.
2- Ο Αδάμ προσπάθησε να βιάσει την Λίλιθ, κι εκείνη τρομαγμένη έφυγε από τον Παράδεισο.

Ο Αδάμ, λυπήθηκε για την φυγή της Λίλιθ και ζήτησε από τον Θεό να του την φέρει πίσω. Εκείνος έστειλε τους 3 αγγέλους να την βρούν και να την φέρουν πίσω, όπου την βρήκαν κάπου στην Μεσοποταμία. Την παρακάλεσαν επανειλημμένα να επιστρέψει αλλά εκείνη αρνήθηκε. Τους είπε επίσης ότι για τους αιώνες των αιώνων, θα επισκέπτεται τα μικρά παιδιά στον ύπνο τους και θα τα πνίγει, για να εκδικηθεί. Οργισμένοι οι άγγελοι, την απείλησαν ότι θα ξεσηκώσουν την θάλασσα να την πνίξουν. Η Λίλιθ άρχισε να κλαίει και να τους παρακαλάει να την λυπηθούν. Όντως οι άγγελοι υπέκυψαν στα παρακάλια της και εκείνη για «ανταμοιβή» ορκίστηκε ότι δεν θα πειράζει τα παιδιά που θα έχουν τα ονόματα των 3 αυτών αγγέλων γραμμένα πάνω στην κούνια τους (εξ' ου και το χαρτί/περγαμηνή).

Τώρα, γιατί την άφησαν να φύγει παρόλο που δεν πήρε τον λόγο της πίσω (ότι δηλαδή θα εκδικηθεί), εί
ναι ένα ερώτημα χωρίς απάντηση. Αλλά η Βίβλος βρίθει από τέτοια ερωτήματα έτσι κι αλλιώς. Για να ολοκληρώσω την ιστορία, στην συνέχεια λέγεται ότι ο Σατανάς την έκανε γυναίκα του και αρχόντισσα όλων των σκοτεινών υπάρξεων. Λέγεται επίσης ότι η Λίλιθ είναι και το πρώτο Βαμπίρ. Από τότε στοιχειώνει τα όνειρα των ανδρών και κάνει έρωτα μαζί τους, επιτίθεται στις έγκυες γυναίκες και τελικά τις σκοτώνει. Σύμφωνα με τα κείμενα εμφανίζεται και αυτή μαυροφορεμένη.

Μία πιο ορθολογική εξήγηση είναι πως η Μώρα είναι "ψυχικός βρικόλακας" δηλαδή μια σκεπτομορφή που δημιουργεί κάποιος και την στέλνει στον ύπνο κάποιου άλλου. Μία μορφή ενέργειας που προσπαθεί να πάρει την ενέργεια του θύματος (ή το αίμα του όπως γνωρίζουμε στις γνωστές ιστορίες με τους βρικόλακες) και τελικά το θύμα πεθαίνει. Μία μορφή Voodoo ή κάτι τέτοιο.

Το να προστατευτεί κάποιος από την Μόρα είναι πολύ δύσκολο. Για προστασία υπάρχουν πολλά ξόρκια, αλλά λέγεται ότι το πιο αποτελεσματικό είναι να γράψεις σε ένα χαρτί τα ονόμα
τα των τριών αγγέλων που έστειλε ο Θεός να την καταδιώξουν (την Λίλιθ) όταν έφυγε από τον Παράδεισο, ο Σανβί, ο Σανσαβί και ο Σαμενγκελάφ. Τα ονόματά τους γράφονται κατά προτίμηση σε ενοχιανή ή αγγελικανή γραφή, με καθαγιασμένη πένα σε παρθένα περγαμηνή. Την περγαμηνή την βάζεις πάνω από το κρεβάτι. Υπάρχει και μία προσευχή που σε προστατεύει. Η προσευχή αυτή δεν έχει γραφτεί σε κανένα βιβλίο και η διάδοσή της γίνετε από στόμα σε στόμα εδώ και πολλούς αιώνες. Η προσευχή είναι η εξής:

Μόρα - Μόρα κακαβού μέτρα τα'στρα του'ρανού, την φακή του κιλού, τα βότσαλα της θαλάσσης και τις πέτρες της γης και μετά έλα σε'μένα

Την προσευχή αυτή την λες τρεις φορές όταν πέσεις για ύπνο και ως που να τα μετρήσει όλα αυτά η Μόρα, εσύ έχεις ξυπνήσει.

Πάντως, άπαξ και σε επισκεφτεί, κανένα ξόρκι δεν πρόκειται να πιάσει. Το μόνο που θα σε σώσει είναι το θάρρος και το θράσος. Πρέπει να την κοιτάξεις ίσια στα μάτια και να της δείξεις ότι δεν την φοβάσαι.

Η Μόρα δεν εμφανίζεται μόνο μία φορά αλλά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμα και για μια ολόκληρη ζωή. Γνωρίζουμε ακόμα ότι το φαινόμενο αυτό είναι κληρονομικό και μπορεί να εμφανισ
τεί σε άτομα της ίδια οικογένειας και στους απογόνους τους.
[Εικονα: δερμάτινο βυζαντινό κάλυμμα της κασσίδας. Την μόνη πρακτική χρήση που βλέπω είναι ως διακριτικό. Διάκριση με το χρώμα της αλογοουράς]

Υποθέτω, λέω υποθέτω, ότι θα υπήρχε στον βυζαντινό καιρό κάποια παροιμία ή έκφραση που θα έλεγε "μόρα και κασίδα" και θα σήμαινε "κατά τη μο(ι)ρα [του στρατού είναι και] η κασίδα". Είναι απόλυτα λογικό οι στρατιώτες κάθε μοίρας να έχουν κάποιο διακριτικό (κάλυμα της κασίδας με λοφίο ίσως βλ. εικόνα). Εμείς σήμερα έχουμε μαυροσκούφηδες (Τεθωρακισμένα), Πρασινοσκούφηδες (ΛΟΚ), κοκκινοσκούφηδες (Αεροπορία Στρατού) και αλογοσκούφηδες ( άσχετο, αλλά με μεγάλη οικονομική σημασία) κλπ. Τότε λοιπόν η έκφραση "κατά τη μόρα και η κασσίδα" θα σήμαινε σημάδια ή και συμπεριφορές ανάλογα με την παράταξή του.


Ο λαός ξέχασε, με την πάροδο του χρόνου, την Μοίρα του Στρατού και την κασσίδα. Στο μυαλό του υπήρχε η αρρώστια και η ξωθιά. Επειδή οι αντιφωνήσεις αυτού του είδους έχουν χαρακτήρα κατάρας η μόρα (ξωτικιά που σου κόβει την ανάσα) και η κασσίδα (δερματική νόσος) έρχονταν ο,τι πρέπει ως απάντηση στο "μωρέ".